
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Σάββατο 29 Αυγούστου και ώρα 03:00, λίγο μετά το La Giete κατηφορίζω τρέχοντας σαν τρελός το στενό μονοπάτι, τα δάχτυλα στο αριστερό μου πόδι με πεθαίνουν, σφίγγω τα δόντια….θα προλάβω, θα προλάβω δε μπορεί να κοπώ από χρόνο, θα προλάβω, είμαι κοντά, τα φώτα μια φαίνονται από ψηλά μια χάνονται από τα δέντρα, πλησιάζουν όμως. Όλη τη μέρα είμαι με το κοντομάνικο, μια ριπή ανέμου στο La Giete με έκανε να βάλω το αντιανεμικό, όμως τώρα ζεσταίνομαι πολύ, δεν έχω καιρό για χάσιμο, οπότε το αντιανεμικό μένει, το στομάχι μου πονάει πολύ, τι το ήθελα το τζελάκι?
Αφού είχα σχεδόν φτάσει στο καταφύγιο, δεν πειράζει δε θα κοπώ, θα προλάβω ότι και να μου συμβεί ακόμα σήμερα εγώ θα προλάβω…στρίβω πάλι δεξιά στο κατηφορικό μονοπάτι και βλέπω μπροστά μου μια δρομέα να σκοντάφτει στους κορμούς που έχουν βάλει κάθετα για να κόβουν προφανώς τη βροχή. Πέφτει κάτω, περνώ δίπλα της και χωρίς να κόψω καθόλου φωνάζω : are you ok? Need any help? NO je suis OK, με τέτοια κούραση μπλέξαμε τις γλώσσες, το νόημα όμως κοινό, είναι καλά και γω τρέχω για να προλάβω, δε μπορεί να κοπώ, θα προλάβω….μα πως έφτασα ως εδώ? Γιατί όλα έτσι ρε γαμώτο στραβά κι ανάποδα? είμαι στην καλύτερη κατάσταση που ήμουν ποτέ και τρέχω να προλάβω τους κόφτες ΚΑΙ στο Trient. Θα προλάβω? Θα προλάβω δε μπορεί, να δεν πονάω πια θα τρέξω πιο γρήγορα και θα προλάβω….
Σεπτέμβριος 2014, Αθήνα στο γραφείο, οι σκέψεις νωπές, όχι από τις διακοπές αλλά από το Lavaredo Ultra Trail τον περασμένο Ιούνιο, μιλάω με τον αδερφό μου το Γιάννη στο skype και με το Μιχάλη που κάνουμε μαζί τα δρομικά μας ταξίδια, ταυτόχρονα στο τηλέφωνο. Λοιπόν παιδιά που θα πάμε του χρόνου? Εγώ λέω ROUT, τι λέτε? «UTMB» μου γράφει ο Γιάννης, δεν έχω αρκετούς βαθμούς ρε, του απαντώ και ταυτόχρονα λέει ο Μιχάλης: «CCC παιδιά, να μπούμε στην κλήρωση». Έχω τις αμφιβολίες μου, δε ξέρω γιατί, ίσως γιατί πάντα σκεφτόμουν αν ποτέ αξιωθώ να πάω εκεί, να προσπαθήσω για το μεγάλο, το UTMB, δε ξέρω γιατί, ενώ θέλω, δεν ενθουσιάζομαι. Η παρέα όμως είναι σούπερ και ψήνομαι από το τηλεφώνημα. Έκλεισε, θα μπούμε στην κλήρωση.
Και μπήκαμε και κληρωθήκαμε κιόλας και βγάλαμε και τα εισιτήρια, κλείσαμε ξενοδοχείο και χαρά μεγάλη θα έρθει μαζί και ο Γιάννης ο Ευστρατίου, όσο πιο πολλοί φίλοι, τόσο καλύτερα.
Οι μήνες πέρασαν πολύ γρήγορα, είναι αλήθεια κυρίως λόγω της κατάστασης με όλα αυτά που ζήσαμε όλοι μας με μνημόνια, εκλογές, δημοψηφίσματα και κόντρα μνημόνια, να παλεύουμε στη δουλειά να κρατηθούμε. Έφτασε κιόλας Μάιος και τα πράγματα δεν πάνε καλά για το Γιάννη, έχει μάλλον πνευμονία και είναι σπίτι με ένα βουνό αντιβίωση.
Ευτυχώς την πέρασε ξυστά όμως μπήκαμε Ιούνιο, πάμε για Olympus Marathon, τον τελευταίο αγώνα στα πλαίσια της προετοιμασίας μου για φέτος και ο Γιάννης ακόμα δεν έχει ξεκινήσει τρέξιμο. Εγώ από την άλλη είμαι πολύ καλά, φέτος ακολούθησα ένα τελείως διαφορετικό πρόγραμμα προπόνησης και με παρέα φίλους που έχουν πολλά ultra στα πόδια να με καθοδηγούν, ξυπνάω πολύ νωρίς και καταπίνω πολλά χιλιόμετρα κάθε εβδομάδα και όλα φαίνονται πολύ πιο εύκολα πια, ακόμα και ο Όλυμπος βγήκε χαλαρά (άκου τι λέω, αν είναι δυνατόν) και πάω δυνατά για το Chamonix. Όλα καλά, λοιπόν ή μήπως δεν είναι? Και ο Γιάννης? Όλους τους αγώνες τους κάνουμε μαζί, τώρα που εκ των πραγμάτων αυτό δεν είναι δυνατό, τι θα κάνουμε? Δε γίνεται να τον αφήσω.
Έχει μπει Ιούλιος και ο Γιάννης μόλις ξεκίνησε προπονήσεις χαλαρά στο στάδιο, μα πως θα έρθει στη Γαλλία? Με 10αρια στο στάδιο? Δε γίνεται αυτό.
Διακοπές και προφανώς λόγω της συσσωρευμένης πίεσης στη δουλειά και με όλα τα δυσάρεστα να μας βομβαρδίζουν καθημερινά όλους, περνάμε πολύ όμορφα, συνέχεια με τα παιδιά μαζί και με τις προπονήσεις πια να αποτελούν ένα πολύ μικρό κομμάτι της καθημερινότητας μιας και είναι μέσα Αυγούστου και έχω ρίξει αρκετά τα χιλιόμετρα. Και τι έγινε? Είμαι καλά, είμαι πολύ καλά. Ο Γιάννης όμως? Μιλάμε καθημερινά στο τηλέφωνο και προσπαθώ να του δώσω κουράγιο να πιέσει στις προπονήσεις. Και πιέζει, έχει «σκυλιάσει» ο μικρός και του δίνει και καταλαβαίνει, είναι όμως πολύ πίσω.
Τετάρτη πρωί, περνάμε από «Φώτη» για καθιερωμένο καφέ και μπουγάτσα όπως πριν από κάθε αγώνα (έχουμε και τα γούρια μας με τον αδερφό μου) και βουρ για αεροδρόμιο. Ο Γιάννης και η Σοφία είναι ήδη εκεί και μας περιμένουν, δίνουμε αποσκευές και πάμε να βρούμε το Μιχάλη και την Αγγελική που είναι εκεί από πιο νωρίς. Το πιο όμορφο κομμάτι του ταξιδιού είναι τώρα, ενθουσιασμός και χαρά για αυτό που πρόκειται να ζήσουμε.
Ατελείωτο πανηγύρι στο Chamonix, πολύς κόσμος παντού, το μέρος καταπληκτικό, με παγετώνες και πανύψηλες κορφές να σκεπάζουν την κοιλάδα του Chamonix, και τα παραπέντε να κατεβαίνουν από παντού. Υπάρχουν τέτοια μέρη? Και βέβαια υπάρχουν και είμαστε εδώ τώρα. Πάμε για αρχή να πάρουμε τα νούμερά μας και για τσεκάρισμα υποχρεωτικού εξοπλισμού, ζέστη πολλή και ουρά μεγάλη.

Εκεί μας έλεγξαν το αδιάβροχο μόνο, παράξενο μιας και η πρόγνωση έδινε καθαρό ουρανό με πολύ υψηλές θερμοκρασίες την οποία συνόδευε και mail από τη διοργάνωση για θερμοκρασίες 30-35 βαθμούς στην περιοχή (πάνω από 1.000 μέτρα υψόμετρο) και προτροπή για επιπλέον παγούρια με νερό που μάλλον αυτά έπρεπε να ελέγχουν. Μας πήρε 2 ώρες να πάρουμε το race pack, χαζεύοντας αυτό το πολύχρωμο συνάφι δρομέων από όλο τον κόσμο που ήταν εκεί για τον ίδιο λόγο με εμάς, να τρέξουν γύρω από το Mont Blanc.
Η μέρα πέρασε γρήγορα με αρκετή κούραση, τα πόδια πονάνε και είμαστε πίσω στο ξενοδοχείο για ύπνο. Μα με τέτοια κούραση, θα τρέξουμε μεθαύριο 100 χλμ? ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως ναι!

Την άλλη μέρα βρεθήκαμε σε μια ουρά και πάλι, συνηθισμένοι όμως ως Έλληνες δε μας πείραξε και πολύ, για να ανέβουμε όμως στα 3.842 μέτρα ύψους του Aiguille Di Midi με το διάσημο τελεφερίκ και να κοιτάξουμε στα ίσα το Mont Blanc και το απίστευτο πραγματικά τοπίο.
Εμπειρία μοναδική, απλά δε γίνεται να το χάσεις.

Επιστροφή στην πραγματικότητα του αγώνα όμως και πίσω στο ξενοδοχείο, βράδυ πια για τελευταίο έλεγχο εξοπλισμού και λίγο ύπνο. Το ξημέρωμα ραντεβού για τα πούλμαν για το Courmayer και όλη η ομάδα έτοιμη για το «ταξίδι». Στο Courmayer βρεθήκαμε με τον Κώστα (Αγγέλου) και το Νίκο (Λαζαρίδης) όπως είχαμε συνεννοηθεί από την προηγουμένη για καφέ και εκκίνηση παρέα. Με τον Κώστα είχαμε πει να εκκινήσουμε μαζί και να κάναμε μια επαναξιολόγηση στο Champex Lac στα μισά του αγώνα, μιας και είχαμε, σα στόχο τουλάχιστον, τον τερματισμό γύρω στις 22 ώρες. Ο Γιάννης θα πήγαινε μαζί μας τουλάχιστον μέχρι εκεί, όπως πίστευα τότε και μετά βλέπουμε.

Μπαίνουμε στην ατελείωτη σειρά για την εκκίνηση, αγωνία και προσμονή μαζί. 5 λεπτά ακόμα, 1 λεπτό, 10,9,8 ….allez…ή μήπως όχι? Τι έγινε ρε παιδιά? Γιατί δεν κουνιόμαστε? Τελικά θα φύγουμε σε 3 γκρουπ με διαφορά 10 λεπτών το καθένα, καλύτερα σκέφτομαι να αποφύγουμε και το συνωστισμό. Ναι καλά, μη φας…
Μετά από ένα χαλαρό ξεκίνημα με ένα μικρό γύρο μέσα στο Courmayer όπου κάναμε και τις απαραίτητες πρώτες στάσεις, απόρροια της πολύ καλής, όπως πιστεύαμε ενυδάτωσης, αρχίσαμε να ανηφορίζουμε για την πρώτη κορυφή το Tete la Tronche στα 2571 μέτρα.
Στην αρχή πηγαίναμε όλοι μαζί με το Γιάννη και τον Κώστα, μιας και οι υπόλοιποι φίλοι μας είχαν φύγει με το 2ο γκρουπ, μέσα σε πολύ ομολογουμένως κόσμο, χωρίς προβλήματα και προσπερνώντας συνεχώς άλλους δρομείς. Στο πρώτο πλάτωμα περίπου στο 5ο χλμ μπροστά μας κόσμος πολύς, μπουλούκι σταματημένο. Τι έχει συμβεί? Τίποτα, απλώς δρομείς που προσπάθησαν να προσπεράσουν στο πλάτωμα άλλους δρομείς βρέθηκαν στο πλάι μη μπορώντας όμως να κατέβουν το μικρό απότομο κομμάτι που ξεκίναγε το μονοπάτι. Αποτέλεσμα 10 λεπτά ακινησίας πριν ξεκινήσουμε ξανά για την κοπιαστική ανηφόρα και την κορφή.
Στο σημείο αυτό χάθηκα με το Γιάννη και τον Κώστα που έμειναν όμως σε κοντινή απόσταση μιας και τους έβλεπα πίσω μου ανηφορίζοντας.

Κρατώντας σταθερό ρυθμό όπου μπορούσα πέρναγα στην ανηφόρα άλλους δρομείς νοιώθοντας ομολογουμένως πολύ καλά. Το φιδάκι από δρομείς κυριολεκτικά ατελείωτο τόσο μπροστά μου όσο και αυτοί που ακολουθούσαν γέμιζε την πλαγιά.
Φτάνοντας στην κορφή κοιτάζω πίσω μου και δε βλέπω τα παιδιά, σκέφτομαι όμως ότι ο σταθμός στο καταφύγιο Bertone δε μπορεί να είναι μακριά. Μιας και δε φοράω ρολόι με gps βασίζομαι μόνο στο διάβασμα που είχα κάνει της διαδρομής, τη σήμανση και στο ρολόι μου, παρόλα αυτά ξέρω ότι πλησιάζω. Μολονότι έχει ζέστη πολλή παρότι είναι νωρίς ακόμα, είμαι δυνατός και τρέχω καλά στην κατηφόρα έχοντας απέναντί μου το Mont Blanc και σκέφτομαι πως εχθές ήμουν εκεί ψηλά βλέποντας από την ανάποδη το τοπίο. Σε λίγα λεπτά και έχοντας προσπεράσει πολύ κόσμο, φτάνω πετώντας στο Bertone. Γεμίζω παγούρια τρώω ότι βρίσκω μπροστά μου και βγαίνω από το καταφύγιο για να βγάλω καμιά φωτογραφία όσο περιμένω το Γιάννη και τον Κώστα.

Περιμένω αρκετά, πρέπει να έχουν περάσει περίπου 15 λεπτά και έρχονται και αυτοί. Ξεκινάω αργά για να με προλάβετε πιο κάτω, φωνάζω, «εντάξει Αντώνη».
Τώρα κάνει πολλή ζέστη, περίεργη ζέστη μολονότι στο βουνό η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και γω δεν έχω ίχνος ιδρώτα πάνω μου, αν και τηρώ το πλάνο ενυδάτωσης με ευλάβεια από την αρχή του αγώνα. Περίεργο, σκέφτομαι, περίεργο και που τα παιδιά δε με έχουν φτάσει ακόμα και αποφασίζω να τους περιμένω στο Bonatti που είναι λίγο πιο κάτω.
Φτάνοντας στο καταφύγιο στο 22 χλμ το μόνο που σκέφτομαι είναι να πιώ λίγο νερό. Λίγο νερό παρακαλώ, τα παγούρια μου έχουν αδειάσει από ώρα και ας τα γέμισα στο Bertone, ας τα γέμισα και στο ρυάκι ενδιάμεσα. Πάνω από 2μιση λίτρα νερό σε 1:30 ώρα και νοιώθω στεγνός, χωρίς ίχνος ιδρώτα παρόλη την προσπάθεια. Δεν πειράζει θα περιμένω λίγο να μαζευτούμε με τα παιδιά και θα συνέλθω. Κατεβαίνω στο WC για να ξαλαφρώσω μολονότι δε νοιώθω την ανάγκη να το κάνω, και να το πρώτο πρόβλημα. Βλέπω αίμα και αυτό δε χρειάζεται να είσαι γιατρός για να καταλάβεις ότι δεν είναι καλό. Μα πως στο καλό με τόσο νερό που πίνω?

Ανεβαίνω ξανά πάνω πίνω νερό ξανά και λέω θα συνέλθω. Να σου κι ο Κώστας 20 λεπτά έχουν περάσει: «Ο Γιάννης που είναι φίλε?». «Αντώνη δε ξέρω έχω ώρα να τον δω, έμεινε πίσω, δεν ήταν καλά».
Εγώ δε φεύγω αν δεν τον δω, χρόνο έχω μπόλικο άλλωστε και ξαναγεμίζω παγούρια. «La Grece?» με ρωτάει μια ηλικιωμένη εθελόντρια που βλέπει τη σημαία στο bib ενώ μου γεμίζει τα παγούρια. «Oui» της απαντώ, «Mes amis Anagnostopouloi, Patisia, vive la Grece» μου λέει και ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Merci αποκρίνομαι και γυρνώ πίσω στον Κώστα.
Φύγε του λέω φίλε, θα περιμένω εγώ, εσύ δε χρειάζεται να χάσεις άλλο χρόνο ίσως βρεθούμε πιο κάτω. Και μένω για άλλα 20 λεπτά ώσπου έρχεται σε κακή, λόγω της ζέστης, κατάσταση ο Γιάννης. Θα εγκαταλείψω μου λέει. Όχι εδώ Γιάννη, είναι νωρίς πάμε πιο κάτω μαζί. Δεν είμαι καλά ρε, φύγε.
Κοίτα, σε κανα μισάωρο θα είμαστε Arnuva, του λέω και μπορείς να σταματήσεις εκεί. Εδώ και να σταματήσεις δεν υπάρχει πρόσβαση για να σε πάρουν οπότε θα πας εκεί έτσι κι αλλιώς. Συμφωνούμε ότι αυτό είναι το πιο σωστό και με διώχνει, του λέω όμως ότι αν δεν τον δω στο Arnuva δεν ξεκινάω. ΟΚ!
Φεύγοντας από το καταφύγιο έχω πολλές δυνάμεις και τρέχω καλά, περνώντας πολλούς δρομείς και πάλι και φτάνω στο Arnuva λίγο μετά τον Κώστα τελικά ο οποίος έχει αρχίσει και έχει κράμπες και ζορίζεται ο τετρακέφαλός του. Ρε συ τι ζέστη είναι αυτή? Γεμίζουμε παγούρια, πίνουμε αρκετή coca cola και τρώμε θαυματουργό ψωμοτύρι με σαλάμι. Στα 5 λεπτά να σου κι ο Γιάννης που αναστήθηκε στην κατηφόρα και ξεκινάμε όλοι μαζί για το Grand Col Ferret. Τη δεύτερη κορυφή του αγώνα.
Είναι πια βαθύ μεσημέρι και ο ήλιος μας ψήνει ανελέητα. Ο Γιάννης μένει ξανά πίσω από την αρχή της ανηφόρας και μεις ανοίγουμε ρυθμό για την κορφή, περνώντας και πάλι πολύ κόσμο.
Γρήγορη στάση για να δώσω στον Κώστα μαγνήσιο και να του κάνω λίγο μασάζ στον τετρακέφαλο που είχε αρχίσει να μουλαρώνει. Η αφυδάτωση είχε κάνει καλά τη δουλειά της. Σε 2 λεπτά είμαστε πάλι στο μονοπάτι και δεξιά μας το καταφύγιο Helena και μπροστά μας η κορφή. Έχουμε δρόμο πολύ ακόμα, προχωράμε όμως με καλό ρυθμό περνώντας συνεχώς κόσμο και να σου και οι πρώτες εγκαταλείψεις. Αθλητές που κατεβαίνουν προς το καταφύγιο με τους αριθμούς στα χέρια. Η κορφή όμως είναι πια κοντά και το ίδιο και τα σύνορα με την Ελβετία.

Την πατήσαμε και αυτή την κορφή, ο Γιάννης όμως πουθενά. Αν και σε όλη την ανάβαση κοιτούσαμε πίσω για να τον δούμε ήταν άφαντος.
Μα που είναι ο Γιάννης? Ο Γιάννης κάνει έναν υγιεινό περίπατο στις Γαλλικές Άλπεις και έρχεται με το ραχάτι του καθώς με έχει ήδη πάρει τηλέφωνο και μου έχει πει ότι θα σταματήσει και πως εγώ πρέπει να φύγω και να κάνω τον αγώνα μόνος μου. Φύγε ρε μου λέει ξανά εγώ θα σταματήσω. Ναι καλά σκέφτομαι απλώς μου το λέει για να φύγω μπροστά και να μην περιμένω, αφού ο Γιάννης δεν εγκαταλείπει ποτέ, τι μπαρούφες μου λέει τώρα? Έτσι έπαιρνε τις ανάσες του και ερχόταν με το δικό του ρυθμό για να τερματίσει αλλά χωρίς να φρενάρει, όπως έλεγε εμάς.
Στην κορφή λοιπόν στα σύνορα Γαλλίας – Ελβετίας.
Μόνο καλό ότι είχε πια κρυφτεί ο ήλιος πίσω από τις ψηλές κορφές και τουλάχιστον δε μας έψηνε πια. Παρόλα αυτά χρειάζομαι νερό, δεν έχω καθόλου ακόμα μια φορά. Ζητώ από τους εθελοντές και μου δείχνουν τον υπεύθυνο. Νερό, θέλω νερό του λέω και δείχνω τα άδεια παγούρια μου. Νερό έχουμε λίγο σε αυτό το σταθμό για περίπτωση ανάγκης μου λέει. Μα δεν έχω καθόλου νερό, αυτό δε μετράει σαν ανάγκη? Κοίτα μου λέει, εγώ νερό δε μπορώ να σας δώσω, όμως θα βρείτε σίγουρα στο La Peule σε 4 χλμ τα οποία μάλιστα είναι όλο κατηφόρα. Κοιταζόμαστε με τον Κώστα, ρωτάμε τον Ελβετό ακόμα μια φορά για να σιγουρευτούμε, «ναι σε 4 χλμ στο La Peule, νερό, μόνο νερό». Ρίχνουμε μια ματιά πίσω να δούμε το Γιάννη, ακόμα δε φαίνεται πουθενά. Τον έχω πάρει εντωμεταξύ και τηλέφωνο αλλά δεν απαντά. Ξεκινάμε και θα καθυστερήσουμε λίγο παραπάνω στο La Peule, άλλωστε ο Γιάννης είναι πιο γρήγορος από εμάς στην κατηφόρα και θα μαζέψει τη διαφορά.
Και φεύγουμε σφαίρα ανοίγοντας συνεχώς το ρυθμό μας και συνεχίζουμε να περνάμε δρομείς. Αρκετά πιο κάτω βρίσκουμε ένα διασώστη και μας λέει La Peule 1 or 2 kilometres down, μα πόσο μακριά είναι επιτέλους? Μου λέει ο Κώστας τώρα έχουμε κάνει 4 χλμ από το Col Ferret, άρα όπου να ναι θα πέσουμε πάνω στο σταθμό. Το μόνο που πέσαμε πάνω είναι σε ένα τρενάκι από δρομείς όπου ένας αρκετά αργός είχε την πρωτοπορία και κανείς δε φαινόταν να έχει την όρεξη να τον προσπεράσει. Τουλάχιστον ο εκνευρισμός της αργοπορίας μας κάνει να ξεχάσουμε τη δίψα μας που γίνεται όλο και πιο έντονη τώρα, πέρασε άλλωστε πάνω από μια ώρα που έχουμε να βάλουμε μια γουλιά νερό στο στόμα μας, «μα τι μας είπε ο άνθρωπος ρε Αντώνη? Έχουμε κάνει 5 χλμ ήδη και πάμε για το 6ο και ο σταθμός δε φαίνεται πουθενά».
Συνεχίζουμε αφυδατωμένοι πλέον να κατηφορίζουμε προς το La Fouly μιας και έχουμε αποδεχτεί ότι οι πληροφορίες για σταθμό και νερό ήταν λανθασμένες, και είναι πάνω από μιάμιση ώρα χωρίς νερό, τρέχοντας ακριβώς δίπλα από ένα ποτάμι στο οποίο όμως δεν έχουμε πρόσβαση για να γεμίσουμε τα παγούρια μας και έχουμε πλέον σα στόχο το La Fouly, 11 ολόκληρα χιλιόμετρα χωρίς νερό από στο 41 χιλιόμετρο του αγώνα και με 15 να μένουν ακόμα για το Champex Lac που σηματοδοτεί το μέσο του αγώνα.
19:30 και μπαίνουμε στο σταθμό του La Fouly μέσα σε ένα πανέμορφο Ελβετικό χωριό, που όμως εκείνη τη στιγμή ήταν εντελώς αδιάφορο μιας και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να σβήσουμε τη δίψα μας. Σχεδόν σπρώχνουμε τους εθελοντές στο δρόμο για τη βρύση και επιτέλους γεμίζουμε τα παγούρια και σβήνουμε λίγη από τη δίψα μας. Στο μεταξύ έχω μιλήσει με το Γιάννη που κάνει από τη μία αγώνα δρόμου να προλάβει τον κόφτη στις 20:15 και από την άλλη έχει συνειδητοποιήσει πια ότι δεν θα τον αφήσουμε πίσω και πιέζει, πιέζει πολύ για να μας φτάσει. Μα γιατί είμαστε στους κόφτες? Αναρωτιέμαι μιας και έχουμε “αέρα” 20 λεπτών λόγω της αργοπορημένης μας εκκίνησης στο 3ο μπλοκ, ή μήπως όχι? Μιλώ με την υπεύθυνη του σταθμού η οποία μας ενημερώνει ότι δεν έχει δοθεί καμία παράταση στα χρονικά όρια και πως τα μπλοκ στην εκκίνηση έγιναν για να διευκολύνουν τους ελίτ αθλητές για να μη μπουκώσει το μονοπάτι!!!! Μα πως είναι δυνατόν? Αυτό δεν αναγράφεται πουθενά στους κανονισμούς του αγώνα όπως μου επιβεβαιώνει και ο Τάκης με τον οποίο μιλήσαμε μόλις από Ελλάδα.
Δηλαδή το όριο των 11 ωρών και 15 λεπτών μόλις έγινε 10 ώρες και 55 λεπτά για τους «τυχερούς» του 3ου μπλοκ.
Τηλέφωνο ξανά στο Γιάννη, “Run Forest, Run” και τώρα όλα κινούνται πια στο fast forward για όλους μας. Με τις κουβεντούλες με την υπεύθυνη, το φαγητό και τη μικρή αναμονή για το Γιάννη η ώρα είναι 19:55 και συμφωνούμε με τον Κώστα να ξεκινήσουμε περπατώντας και να δώσουμε χρόνο στο Γιάννη να μας προλάβει πιο κάτω αφού είχα ήδη πει στο συνοδοιπόρο μου ότι δεν αφήνω τον εξουθενωμένο όπως πίστευα αδερφό μου να συνεχίσει, ναι θα συνέχιζε κι άλλο το θηρίο, νύχτα μόνος. Ο Κώστας αρνείται να μας αφήσει και αποφασίζουμε να φτάσουμε ως το τέλος όλοι μαζί. Η ώρα είναι 20:14 και ο Γιάννης, όπως βλέπουμε την επόμενη μέρα στο βίντεο από την κάμερα στο σταθμό, μπαίνει στο La Fouly με ρυθμό για το βάθρο του αγώνα και βγαίνει χωρίς σχεδόν να σταματήσει καθόλου μετά από 1:30 ώρα συνεχόμενο τρέξιμο χωρίς νερό και αυτός. Μισή ώρα αργότερα είμαστε πια όλοι μαζί με τους φακούς να μας δείχνουν το δρόμο στο καλογραμμένο αλλά γεμάτο ρίζες και πέτρες κατηφορικό μονοπάτι για το πανέμορφο όπως αποδείχτηκε Praz de Fort. Σταθμό δεν έχει εκεί, έχει όμως αρκετούς φιλόξενους Ελβετούς οι οποίοι έχουν βγάλει τραπεζάκια έξω από τα σπίτια τους και μας κερνούν νερό και τσάι. Πολιτισμός!
Η ψυχολογία ανεβασμένη λόγω της συντροφιάς τρέχουμε για το Champex Lac, γνωρίζοντας όμως ότι υπάρχει μια πονηρή ανηφόρα για το σταθμό με 450 μέτρα υψομετρικής διαφοράς. Αν και κοιτάμε τα ρολόγια μας και τα όρια φαντάζουν στενά, λέμε πως λόγω της νύχτας θα μας δώσουν μια αβάντα και πιθανόν να είναι τοποθετημένα έτσι που να σε βοηθούν να ανοίξεις λίγο την απόσταση από τον κόφτη και να πάρεις μιαν ανάσα. Θα δούμε….
Ο δασικός δρόμος γίνεται φαρδύ μονοπάτι τώρα και συνεχίζει με ανηφορική κλίση. Ρίχνω το φακό και στο βράχο στην άκρη στέκεται ένα ελάφι. Ξύλινο είναι, γλυπτό και λίγο πιο κάτω ένα αγριογούρουνο και ένας σκίουρος και ένας λαγός. Οι αθεόφοβοι Ελβετοί έχουν στολίσει το μονοπάτι για το Champex Lac με γλυπτά από την πανίδα της περιοχής. Να και τα πρώτα φώτα, κουράγιο λέω παιδιά φτάσαμε. Ο Κώστας είναι μερικά μέτρα μπροστά και ο Γιάννης ανταποκρίνεται στα σποραδικά καλέσματά μου λίγο πιο πίσω. Κοιτώ το ρολόι κι είμαστε στα όρια ακριβώς, ούτε 5 λεπτά δεν κερδίσαμε. Σε 5’ κλείνει ο σταθμός και φωνάζω στο Γιάννη να μπει και να βγει αμέσως από το σταθμό και θα του έχω πάρει εγώ φαγητό. «Μόνο νερό πάρε μικρέ». 23:15 και είμαστε με το Γιάννη και τον Κώστα με ένα πιάτο μακαρόνια με κιμά στο χέρι στη μέση του δρόμου έξω από το σταθμό, ο Γιάννης τρώει και πίνει όρθιος ενώ παράλληλα βγάζουμε τα αντιανεμικά μας γιατί έχει και μια δροσούλα.
Πάμε παιδιά δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο λέει ο Κώστας και φεύγει μπροστά για την ανηφόρα για το La Giete. Ακολουθώ με το Γιάννη από κοντά και γρήγορα φτάνουμε σε σημείο που η ανηφόρα παίρνει κλίση απότομη, ξαφνικά το μονοπάτι μοιάζει με παλιό ρυάκι ή και καταρράκτη με τέτοια κλίση που έχει, γεμάτο πέτρες, μικρές και μεγάλες που γλυστρούν όμως πολύ. Εδώ τα νερά είναι άφθονα αλλά τώρα πια είμαστε χορτάτοι από νερό, η ανηφόρα είναι το πρόβλημά μας τώρα. Ένας εθελοντής κατηφορίζει γοργά το απότομο μονοπάτι με αντίθετη από εμάς κατεύθυνση και μας χαιρετά μάλλον βιαστικά.
Λίγο πιο πάνω ένας αθλητής είναι ξαπλωμένος στην άκρη τυλιγμένος με μια αλουμινοκουβέρτα και με ένα φάρο να αναβοσβήνει φανερώνοντας κάποιο πρόβλημα. Γιαυτό έτρεχε το παλικάρι, για να φέρει βοήθεια. Τον ρωτάμε όλοι με τη σειρά Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι κι Έλληνες τι μπορούμε να κάνουμε γιαυτόν και η απάντηση σιγανόφωνα: Τίποτα! Σκύβω το κεφάλι και ανηφορίζω σταθερά πια μιας και υπάρχουν και πολύ χειρότερα από το βιαστικό ρολόι της κυρίας Πολεττί.
Το διάσελο με βρίσκει μέτρα πίσω από τον Κώστα και μια φωνή μόνο μακριά από το Γιάννη που είναι εντάξει. Ένα ελικόπτερο κόβει βόλτες μέσα στη χαράδρα από όπου μόλις ανεβήκαμε και ψάχνει κάτι με τον προβολέα. Ο τύπος μεσα στην αλουμινοκουβέρτα, σκέφτομαι και συνεχίζω. Πάμε για το καταφύγιο λέω σε κάτι αγελάδες που μας κουδουνίζουνε μισοκοιμισμένες και ανοίγω την πόρτα του φράχτη.
Κώστα, έχω δυο ώρες να φάω, χτυπάω ένα τζελάκι και είμαι πίσω σου ακριβώς.
La Trient , Γαλλία, ώρα 03:50. «Arretez monsieur, le temps est passe. Tu veux quitter la course?» Σταματήστε κύριε, ο χρόνος πέρασε, θα εγκαταλείψετε? Έχω χρόνια να μιλήσω Γαλλικά αλλά αυτό που μου λέει δε μου αρέσει όπως το μεταφράζω και προσπαθώ να πάρω ανάσα και ρωτάω: Time? No Time? «ΝO MONSIEUR» quitter . Τι λέει ρε αυτός? Να εγκαταλείψω? Μετά από όσα πέρασα σήμερα, ΕΓΩ δεν εγκαταλείπω και φεύγω τρέχοντας να προλάβω τον Κώστα. Κατηφορίζω τρέχοντας από το σταθμό και μπαίνω σε χωματόδρομο που ανηφορίζει ελαφρώς, ενώ ταυτόχρονα παίρνω τηλέφωνο τον Κώστα που είμαστε μαζί σχεδόν σε όλο τον αγώνα και έφυγε, τον έδιωξα μάλλον γιατί δε με άφηνε, όταν ξερνούσα εκείνο το τζελάκι στο La Giete, για να προλάβει τουλάχιστον αυτός.
Κώστα? Κώστα με ακούς? « Έλα φίλε που είσαι ? πως είσαι? Πρόλαβες? Πέρασες?
Πέρασα Κώστα αλλά δεν πρόλαβα, με έκοψαν για πέντε λεπτά οι μα..κες. « το στομάχι σου?» Καλύτερα είμαι φίλε, που είσαι? «έφυγα από το Trient πριν 5 λεπτά Αντώνη και μόλις μπήκα στο μονοπάτι και ανηφορίζω. Εσύ που είσαι?» Είμαι στο χωματόδρομο Κώστα έρχομαι. «Σταματάω εδώ και σε περιμένω Αντώνη, έλα» όχι Κώστα προχώρα και θα σε προλάβω, θα πάρω τηλέφωνο και το Γιάννη να του πω που είμαστε. «Που είναι ο Γιάννης?»
Έλα ντε, που είναι ο Γιάννης? Έχω να τον δω πολλή ώρα από την ανηφόρα λίγο πριν πιάσω την τραβέρσα για το La Giete, αλλά ανέβαινε πολύ αργά και εγώ πίεζα όσο μπορούσα μιας και είχα καταλάβει ότι πλέον ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος μας. Τώρα που είναι? Δεν το σηκώνει, θα ξαναπάρω. Μα τι συμβαίνει και πάλι πονάω πολύ? Ξαφνικά διπλώνομαι στη μέση και πριν το καταλάβω έχω πεταχτεί στην άκρη του χωματόδρομου πίσω από ένα θάμνο με το έντερό μου να διαμαρτύρεται και να σπάει την ησυχία της νύχτας. Καταραμένο τζελάκι, τι το ‘θελα μετά από 2 ώρες νηστικομάρας?
Σηκώνομαι και στέκομαι για λίγο προσπαθώντας να σκεφτώ. Λοιπόν έχω άλλα 27 χιλιόμετρα, έχω διάρροια, είμαι σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα αφυδατωμένος και ακόμα και να τερματίσω δεν θα μετρήσει γιατί άργησα στην πόρτα και με έκοψαν, ο Γιάννης είναι άφαντος και στην τελική δεν έχω να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν.
Απλά δε με πήγε, λες και το ήξερα που δεν ήθελα από την αρχή να έρθω φέτος. Βγάζω λοιπόν το κινητό και παίρνω τηλέφωνο: Κώστα? Φύγε φίλε, φύγε να προλάβεις, θα σταματήσω τελικά, το στομάχι μου δεν είναι καλά. «Σίγουρα Αντώνη?» Σίγουρα φίλε φύγε και καλό τερματισμό, μη το αφήσεις να τερματίσεις, το χεις. «Το ξέρω Αντώνη, θα τα πούμε Chamonix».
DNF λοιπόν, κρίμα τα ατελείωτα ξενύχτια, κρίμα το χρόνο μακριά από τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου, κρίμα τα έξοδα σε μια περίοδο τόσο δύσκολη για όλους μας που εγώ είχα την τύχη να σχεδιάζω ταξιδάκι στο Σαμονί, κρίμα…κρίμα.
Ε όχι και κρίμα ρε Αντώνη, ήρθες εδώ και έζησες μια περιπέτεια, έκανες νέους φίλους, είδες τοπία μοναδικά, ξενύχτια και προπονήσεις με τους φίλους σου κάνοντας αυτό που αγαπάς, ΟΧΙ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑ.
Απλά DNF.
Απλά για την ιστορία το επίσημο πέρασμά μου στο Trient 03:46, για ένα λεπτό το έχασα μιας και το όριο ήταν 03:45! Ο Γιάννης ήρθε 40 λεπτά μετά έχοντας υπερβεί τα όριά του.
Γιάννη Τσιμπόγο βάλε το κεφάλι κάτω, κάνε προπόνηση όπως ξέρεις και πάμε για άλλα, πιο μεγάλα. Είσαι τεράστιος και μόνο που έφτασες στο 73 χιλιόμετρο σε ένα τόσο δύσκολο αγώνα με προπόνηση που δεν επαρκεί ούτε για το Μονοπάτι Παρνασσού είμαι περήφανος για το μικρό αδερφό μου με την τεράστια καρδιά.
Μιχάλη - Γιάννη, ότι και να πω είναι λίγο. Κάνατε μεγάλο αγώνα και ήσασταν καταπληκτική παρέα σε ένα πανέμορφο ταξίδι στις Άλπεις. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αγγελική και τη Σοφία για τη συμπαράστασή τους και την παρέα τους.
Κώστα Αγγέλου ευχαριστώ για την παρέα, το κουράγιο και την συντροφικότητά σου. Έχεις μεγάλη καρδιά και κουράγιο φίλε μου. Σου χρωστάω ένα τερματισμό.
Σσ. Ο Κώστας κόπηκε για 7 λεπτά στο La Flegere (93 χλμ) και τερμάτισε μέσα στο έγκυρο όριο των 27 ωρών χωρίς να του μετρηθεί ο τερματισμός.
Νίκο Λάζαρίδη μπράβο, μπράβο, μπράβο! Λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί να σε χειροκροτήσω όταν τερμάτιζες, αλλά απλά δεν ήταν δυνατόν.
Τάκη, Σοφοκλή ευχαριστώ για την παρέα και τις συμβουλές σας και όσο και αν δε το δέχεστε, αποτελείτε έμπνευση. Η βυσσινάδα μεγάλο boost και σε εσάς χρωστάω ένα τερματισμό παιδιά.
Ένα μεγάλο μπράβο σε όλους τους Έλληνες που τερμάτισαν το δύσκολο αυτό αγώνα.
Au revoir……