
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Αν και πέρασε μια εβδομάδα το μυαλό είναι γεμάτο από τις εικόνες και τα συναισθήματα που ζήσαμε το τριήμερο 18-20 του Οκτώβρη στα δάση της Ροδόπης. Για μένα το ROUT (πλέον Advendurun από τους διοργανωτές, αν και πιστεύω ότι δύσκολα θα αλλάξει το όνομα του ανάμεσα στους δρομείς οι οποίοι όλοι το γνωρίζουν ως ROUT) δεν είναι ένας απλός αγώνας, είναι μια κατάσταση στην οποία εν γνώσει σου παραβρίσκεσαι και η οποία πρόκειται να σε σημαδέψει για αρκετές μέρες, μήνες ίσως και χρόνια. Το ROUT είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια μεταξύ των δρομέων που μαζεύονται εκεί συνήθως τέλη Οκτώβρη, εμείς ξεκινήσαμε με τον κουμπάρο μου τον Γιάννη τον Ρεΐζη από Καβάλα την Πέμπτη 17 του Οκτώβρη με προορισμό το δασικό χωριό του Ερύμανθου. Πλησιάζοντας στο δασικό χωρίο ανυπομονείς να ξανανταμώσεις με το σινάφι σου, την οικογένεια του ROUT.
Φτάνοντας στο δασικό χωριό, παντού ανταμώνεις με γνωστούς και φίλους από μακριά από τους οποίους πολλούς βλέπεις μόνο στο ROUT, πραγματικά νιώθεις σα να βρίσκεσαι στο σπίτι σου, το κλίμα ανάμεσα στους διοργανωτές και στους αθλητές είναι πολύ ζεστό και οι ώρες περνούν ανέμελα μέχρι την εκκίνηση του αγώνα!
Εμείς αποφασίσαμε όπως και την προηγούμενη χρονιά να μείνουμε σε αντίσκηνα, οπότε στήνουμε τα αντίσκηνα και κατευθυνόμαστε στη γραμματεία του αγώνα όπου σε λίγο θα ξεκινήσει η τεχνική ενημέρωση, παίρνουμε τα νούμερα μας και το ωραίο softshell το οποίο δίνει φέτος η διοργάνωση και στο οποίο είναι τυπωμένο το όνομα του αθλητή. Εκτός από το bib και το softshell μας δίνουν και μια ελαστική ταινία με τυπωμένο πάνω το λογότυπο του αγώνα και κουμπιά στα οποία μπαίνει το νούμερο του αθλητή, κάτι πολύ χρήσιμο σε πολύωρους αγώνες στους οποίους μπορεί να αλλάξεις ρούχα κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλά και κάτι όμορφο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αθλητής και σε άλλους αγώνες.
Αφού συζητάμε με γνωστούς και φίλους από μακριά και αρχίζει να δημιουργείται ένα ωραίο κλίμα, το οποίο είναι και το ζητούμενο, ξεκινάει η τεχνική ενημέρωση από τον τεχνικό διευθυντή Λάζαρο Ρήγο. Ο Λάζαρος μας ενημερώνει για τα γνωστά του αγώνα αλλά και κάποια σημεία τα οποία θα πρέπει να προσέξουμε για την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα, μας γίνεται μια παρουσίαση της σηματοδότησης του αγώνα και απαντιούνται οποιεσδήποτε ερωτήσεις έχουν οι αθλητές. Ακολούθως περνάμε στο εστιατόριο του δασικού χωριού για το pasta party. Χαίρομαι που συναντάω τον Μαυρογιάννη Παύλο με τον οποίο και καθόμαστε μαζί να φάμε. Με τον Παύλο είμαστε γνωστοί από παλιά καθώς πήγαινα στην ταβέρνα «Ωραία Ελλάς» που έχει στην Θεσσαλονίκη για φαΐ, ένα πολύ ωραίο μαγαζί με ωραία κουζίνα το οποίο συνιστώ σε όλους να πάνε να δοκιμάσουν τις λιχουδιές του Παύλου!
Η συζήτηση ανάβει και συζητάμε για πολλά και διάφορα θέματα, πίσω μας κάθονται και τα φαβορί του αγώνα (Παπαθανασόπουλος, Πετρόπουλος, Τσαντός, Σιδερίδης) ο ανταγωνισμός δείχνει να είναι μεγάλος φέτος καθώς όλοι οι προηγούμενοι νικητές του αγώνα βρίσκονται εδώ (Σιδερίδης, Πετρόπουλος και Αθανασόπουλος) και βάλτε μέσα σε αυτούς και τους Τσαντό, Παπαθανασόπουλο, Κοζανίτη, Πολυχρονίδη, Ζιαμπάρα και άλλους!!! Το μεγάλο στοίχημα φέτος είναι να σπάσει το 24ώρο κάτι το οποίο δεν έχει επιτευχθεί ακόμα, καθώς το ρεκόρ του αγώνα το οποίο κατέχει ο Νίκος Πετρόπουλος είναι 24:46. Με αυτά και αυτά η ώρα περνάει και αποσυρόμαστε σιγά σιγά για ύπνο και ανυπομονησία για το πρωινό της επόμενης μέρας.

Η ώρα περνάει και επιτέλους φτάνει η στιγμή την οποία και περιμέναμε από τη στιγμή που πατήσαμε πόδι στο δασικό χωριό. Ακόμα είμαστε στο αντίσκηνο και ακούμε τις κουδούνες που χτυπάει ο Χρήστος Κατσάνος και καλεί όλους τους αθλητές να ξυπνήσουν και να πάνε για πρωινό. Σηκωνόμαστε χωρίς να το θέλουμε και πολύ από τους ζεστούς μας υπνόσακους ντυνόμαστε και κατευθυνόμαστε στο εστιατόριο, όπου έκπληξη μας περιμένει, σε 2 τραπέζια είναι στημένο catering από τον “Γρηγόρη μικρογεύματα” με ότι καλό μπορεί να φανταστεί κανείς για πρωινό, πραγματικά φέτος η διοργάνωση έχει ξεπεράσει εαυτό! Κρίμα που δε μπορούμε να φάμε πολύ, τρώμε τα βασικά και κατευθυνόμαστε στα αμάξια όπου και ετοιμάζουμε τις τελευταίες, οι οποίες και θα συνοδέψουν για τις επόμενες 30 ώρες περίπου!
Η ώρα πάει σχεδόν 6 και μαζευόμαστε στο χώρο της εκκίνησης, παντού ακούς ευχές για καλό αγώνα και ασφαλή τερματισμό, ξαφνικά ακούμε την αντίστροφή μέτρηση όπου και μετράμε όλοι μαζί 5,4,3,2,1...Φύγαμε!!!
Ξεκινάω συντηρητικά γιατί θεωρώ ότι σε τόσο μεγάλους αγώνες δε χρειάζεται να βιάζεσαι, έχεις εξάλλου πολλές ώρες μπροστά σου για να ανεβάσεις ρυθμό αν θες. Σιγά σιγά σχηματίζουμε ένα group 9 ατόμων που είναι και το δεύτερο group του αγώνα μιας και οι πρώτοι έχουν εξαφανιστεί. Η δική μας ομάδα αποτελείται από Αθανασόπουλο, Πετρόπουλο, Ζιαμπάρα, Μαυρογιάννη, Καραμέτσο, Τρουπή, Τσακίρη και Χριστοφορίδη, στη συζήτηση πάνω οι Αθανασόπουλος-Πετρόπουλος αναφέρουν ότι δεν πάμε και τόσο συντηρητικά όσο νομίζουμε ότι πάμε πιο γρήγορα από άλλες χρονιές. Νιώθουμε ότι είμαστε καλά και συνεχίζουμε το ρυθμό και την κουβέντα μας. Τα χλμ περνάνε και συναντάμε το Λάζαρο στο τέλος του χωματόδρομου όπου του λέμε τα νούμερα μας και ξεκινάμε να κατηφορίζουμε για τους καταρράχτες του Λειβαδίτη. Στην κατηφόρα σπάει το group και μένουμε 3 άτομα ο Πετρόπουλος μπροστά να οδηγεί, από πίσω ο υποφαινόμενος και ο Παύλος Μαυρογιάννης, ο ρυθμός μας ήταν πολύ άνετος και πραγματικά ένιωθα ότι θα μπορούσα να τρέχω με αυτό το ρυθμό για μέρες, μέχρι που μπερδευόμαστε σε μια διασταύρωση και χάνεται ο ρυθμός και όλα..!
Πριν το χάσιμο μας περνάει ο Ζιαμπάρας τον οποίο και ακούμε μπροστά να φωνάζει ότι δε βλέπει σημάδια, εν τω μεταξύ βλέπουμε κάποιους κορμούς με κόκκινη μπογιά και θεωρούμε ότι πάμε σωστά και προχωράμε ακόμα λίγο. Σε λιγάκι μας φτάνει και ένα άλλο group με τους Πολυχρονίδη και Παπάζογλου και τελικά καταλαβαίνουμε ότι κάναμε λάθος και τρέχουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση για βρούμε το σωστό σημείο. Χωρίς να το καταλάβουμε μας έχει περάσει πολύς κόσμος και μάλλον πρέπει να χάσαμε γύρω στα 15’. Τώρα κοιτάζοντας τα περάσματα μου στη σελίδα του αγώνα βλέπω ότι στο CP του Θεολόγου ήμουν στην 10η θέση και στο CP της Τάλιας στην 31η θέση!
Απο εκεί και μετά ο αγώνας γίνεται πιο προσωπικός και ήξερα ότι από αυτό το σημείο ουσιαστικά θα έτρεχα μόνος μου, με το δικό μου ρυθμό και αν πετύχαινε και έβρισκα συνοδοιπόρο ακόμα καλύτερα! Στη συνέχεια της κατάβασης και στο δρόμο προς τον πρώτο σταθμό της Πρασινάδας ξανασύνατησα τον Νίκο Πετρόπουλο, το Δημήτρη Ζιαμπάρα και τον Βούλγαρο τον Orleanu και πήγαμε σχεδόν μαζί στο σταθμό. Εκεί χάρηκα που είδα ξαφνικά το Λευτέρη φίλο δρομέα από την Καβάλα να είναι στο σταθμό και με πληροφόρησε για την κατάσταση των προπορευόμενων. Στο σταθμό έβγαλα μανίκια και σκουφί έφαγα κάτι λίγο και συνεχίσαμε για το δεύτερο σταθμό που δεν ήταν μακριά, μόνο 14 χλμ και κατηφόρα!
Συνεχίζουμε στην ωραία κατηφόρα της Οξιάς και προσπαθώ να μη σκέφτομαι ότι μετά από 123 χλμ θα την ξανανεβαίνω.. Φτάνουμε στο δεύτερο σταθμό της Ζαρκαδιάς όπου επικρατεί ωραίο κλίμα με το Χρήστο Κατσάνο να μας ανεβάζει το ηθικό και να μας πληροφορεί για τον ξέφρενο ρυθμό του Σιδερίδη. Σκέφτομαι ότι ο Νίκος είναι σε καλή φόρμα και ότι θα μπορέσει να κάνει κάτι αξιοσημείωτο στο φετινό ROUT, τα στοιχήματα δίνουν και παίρνουν μιας και τον καταδιώκουν Παπαθανασόπουλος, Τσαντός και ένα αρκετά μεγάλο group αξιέπαινων αθλητών μιας και είμαστε ακόμα στην αρχή και τίποτα δεν έχει κριθεί, όπως θα δείξει η συνέχεια.

Απο το dropbag παίρνω ηλεκτρολύτες γεμίζω το ένα παγούρι (φέτος αποφάσισα να τρέξω για πρώτη φορά με 2 παγούρια μπροστά στο στήθος παρά με ασκό, συνολικά 1400ml) παίρνω λίγα τζελ και κάτι μπάρες για τη συνέχεια και φεύγω μιας και στον επόμενο σταθμό θα έχουμε και πάλι τα dropbags. Συνεχίζουμε με ανηφόρα και φτάνω τον Ζιαμπάρα και τον Orleanu και πάμε με καλό ρυθμό μαζί μέχρι που εγώ σταματάω σε ένα σημείο και τους χάνω, από εκεί και μετά συνεχίζω μόνος.
Λίγα χλμ πριν το σταθμό του Κρούσοβου με προλαβαίνει ο Παύλος ο οποίος και νόμιζα ότι ήταν μπροστά μου, χαίρομαι ιδιαίτερα μιας και ο Παύλος είναι από Κύπρο και μας δένουν κάποια κοινά πράγματα έτσι έχουμε ωραία συζήτηση και η συνέχεια φαίνεται ενδιαφέρουσα. Ο ρυθμός του Παύλου είναι καλός και με τραβάει σε σημεία που αν ήμουνα μόνος μου θα τα περπατούσα. Σε λίγο φτάνουμε στον τρίτο σταθμό όπου υπάρχει φαΐ. Εκεί βρίσκεται και ο Λευτέρης, τον οποίο ρωτάω τι συμβαίνει στην κεφαλή της κούρσας, μου απαντάει «ο Σιδερίδης είναι εδώ», κάτι που με ξαφνιάζει προς στιγμή, γυρνάω το κεφάλι και βλέπω το Νίκο με κόκκινο μπουφάν να βοηθάει στο σταθμό όπως μπορεί, τον φωνάζω και τον ρωτάω τι έγινε και μου λέει ότι για προσωπικούς λόγους αποφάσισε να μην συνεχίσει, κρίμα γιατί θα απολαμβάναμε ωραίο αγώνα μέχρι τέλους και θα είχαμε και αγωνία τι γίνεται μπροστά (όχι ότι τώρα δε θα είχαμε). Ο Νίκος μας βοηθάει και μας ρωτάει αν χρειαζόμαστε κάτι στο οποίο να μπορεί να μας βοηθήσει, μας ετοιμάζει ηλεκτρολύτες και μου φέρνει το dropbag. Τον ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια του, αλλά θα τον προτιμούσα εκεί έξω να τρέχει!
Μετά από λίγο φεύγουμε από το σταθμό και μπαίνουμε ξανά στο μονοπάτι, βρίσκουμε μπροστά μας και το Λεωνίδα τον Αθανασόπουλο, ο οποίος είχε πάει να δει τους καταρράχτες. Συνεχίζουμε για λίγο μαζί οι τρεις μας μέχρι που φτάνουμε στην περιβόητη γέφυρα (κορμοί με σανίδες), περνάει πρώτος στη γέφυρα ο Λεωνίδας και μόλις πατάει γλιστράει λίγο και μας λέει προσοχή παιδιά, ανεβαίνω στη γέφυρα από πίσω του εγώ και πίσω μου ο Παύλος, είμαστε και οι τρεις πάνω στη γέφυρα όταν λίγο πριν φτάσει στην άκρη της ο Λεωνίδας γλιστράει, τρώει μια τούμπα και πέφτει θεαματικά στο νερό. Μόλις τον βλέπω μπροστά μου να πέφτει, φοβήθηκα για το χειρότερο. Σε κλάσματα ο Παύλος γυρνάει πίσω και κατεβαίνει στο ποτάμι για να τον βοηθήσει και προσπαθώ και εγώ να πάω κάτω στο ποτάμι από την άλλη μεριά. Ο Λεωνίδας δείχνει να μην έχει χτυπήσει σοβαρά ευτυχώς, το χειρότερο θα ήταν να χτυπούσε το κεφάλι. Μόνο στην πλάτη δείχνει να έχει χτυπήσει ελαφρά και εκεί τον βοήθησε από το χειρότερο το σακίδιο που φορούσε. Ο Λεωνίδας ζητάει να του βρούμε τα γυαλιά του τα οποία έχασε από την πτώση, προσπάθησα μέσα στο νερό να τα βρω, αλλά πουθενά τα γυαλιά Τον ρωτήσαμε αν μπορούσε να επιστρέψει στο σταθμό που ευτυχώς ήταν κοντά ή αν ήθελε βοήθεια να τον πηγαίναμε εμείς στο σταθμό. Ο Λεωνίδας με το αφοπλιστικό του χιούμορ που δεν το έχασε ούτε σε μια τέτοια στιγμή μας προέτρεψε να συνεχίσουμε και ότι μπορούσε να πάει στο σταθμό ο οποίος ήταν ευτυχώς κοντά. Μια ακόμα μεγάλη απώλεια για τον αγώνα.
Συνεχίζουμε με τον Παύλο για την μεγάλη ανηφόρα και ψηλότερη κορυφή του αγώνα, την Πυραμίδα 148. Σε κάποιο σημείο λίγο πριν τους διασώστες βρίσκουμε ένα δρομέα, που αποδεικνύεται ότι είναι ο Γιάννης ο Καλικάς, ο οποίος στην αρχή του αγώνα πήγε πολύ δυνατά. Όταν τον βρήκαμε φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος και εξαντλημένος, ήταν λίγο χλωμός και δε μπορούσε να μιλήσει καθαρά, θεώρησα ότι μάλλον είχε πάθει υπογλυκαιμία και του δώσαμε μια μπάρα που είχαμε προτρέποντας τον να συνεχίσει και σε λίγο θα έβρισκε τους διασώστες. Ενημερώσαμε εκεί τα παιδιά για τον Γιάννη και να έχουν τον νου τους άμα καθυστερήσει και συνεχίσαμε για τη Γιουμουρλού και τον τέταρτο σταθμό. Πριν τον σταθμό μας προλαβαίνει ο Τάσος Καλπάκης και πάμε μαζί μέχρι το σταθμό. Με τον Τάσο είχαμε τρέξει και πέρσι αρκετό κομμάτι του αγώνα μαζί. Πάμε μέχρι τον σταθμό όπου καθόμαστε λίγο περισσότερη ώρα από το κανονικό για μένα, αλλά λέω δεν πειράζει ας πάρουμε δυνάμεις τώρα γιατί ο επόμενος σταθμός θα είναι σε 31 χλμ.
Εν τω μεταξύ ο Παύλος έχει αρχίσει να έχει πόνους στα πόδια και τον συμβουλεύω να πάρει κάποιο παυσίπονο και να δει πως θα πάει. Φεύγουμε από το σταθμό με το κρύο να έχει κάνει αισθητή την παρουσία του. Λίγο πριν τα 100 χλμ και υπό τη συνοδεία ενός πανέμορφου φεγγαριού, αφήνω την παρέα μου γιατί βλέπω ότι δεν πάμε με τον ίδιο ρυθμό. Λυπάμαι για την απόφαση μου αυτή και θα ήθελα την παρέα τους για τη δύσκολη νύχτα που έρχεται αλλά το ROUT είναι στο κάτω κάτω καθαρά προσωπική υπόθεση και κάτι που θα πρέπει ο δρομέας να βρει την εσωτερική του δύναμη για να φέρει εις πέρας. Και τι καλύτερο για να το πετύχεις αυτό από την απομόνωση των πολλών ωρών και τη μοναξιά των χιλιομέτρων;
Από εκεί και μετά με λίγα λόγια, ο αγώνας ήταν καθαρά προσωπικός μέχρι τέλους, one man show. Βασικά δεν ήμουν τελείως μόνος είχα τη συνοδεία ενός υπέροχου φεγγαριού, το οποίο καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης μετά το μέγα ρέμα και πραγματικά μετανιώνω που δεν είχα μια φωτογραφική για να αποθανατίσω αυτό που έβλεπα (αν και ποτέ δεν αποτυπώνεται αυτό που πραγματικά βλέπεις με γυμνό μάτι) . Σε κάποιες φάσεις έσβηνα το φακό και πραγματικά μπορούσα να τρέξω στο μονοπάτι χωρίς πρόβλημα! Ζήλεψα τα παιδιά που ήταν στο CP πριν την Ζαρκαδιά, εκεί στο κιόσκι, το σκηνικό ήταν υπέροχο με το φεγγάρι και τα ακίνητα νερά της λίμνης να καθρεφτίζουν το φεγγάρι. Περνώντας από το σημείο που είναι οι πανέμορφοι σχηματισμοί με τη λευκή πέτρα μέσα στο ποτάμι, ο συνδυασμός που έκανε το παιχνίδι του φεγγαριού και η κούραση του μυαλού μου φάνηκε σαν ο πρώτος λευκός βράχος να είναι σαν αρκούδα και ο επόμενος σαν δελφίνι, σκέφτηκα κατευθείαν ότι η φύση κάνει τα παιχνίδια της και το νερό είναι μεγάλος καλλιτέχνης!
Σε κάποια στιγμή έφτασα στη Ζαρκαδιά και στο 123 χλμ, εκεί βλέπω τον Ντίνο Κοζανίτη να κάθεται στη φωτιά και να μου λέει ότι γι’ αυτόν τελείωσε ο αγώνας. Μια ακόμα μεγάλη απώλεια του αγώνα. Εγώ ακολούθησα τη καθιερωμένη διαδικασία: έφαγα, γέμισα ηλεκτρολύτες και άλλαξα κάλτσες, αφού έκατσα λίγο έφυγα ξανά έχοντας στο μυαλό μου ότι ο επόμενος σταθμός ήταν κοντά σε 14 χλμ περίπου. Έφυγα με καλή διάθεση και με δυνάμεις και βλέποντας ότι ήμουν 1:13’ μπροστά από τον περσινό μου χρόνο. Είχα στο πίσω μέρος του μυαλού ότι θα μπορούσα να κατεβάσω και άλλο το χρόνο μου στη συνέχεια.

Αλίμονο όμως, τα πλάνα μου δε πήγαν όπως τα σχεδίαζα. Κάπου στις 3:30 τα ξημερώματα δηλαδή κάπου 1 ώρα και κάτι μετά που έφυγα από το σταθμό μου συνέβηκε αυτό που φοβόμουνα, υπνηλία, τόσο μεγάλη όμως που σε φάσεις έπιανα τον εαυτό μου να κοιμάμαι όρθιος και να βλέπω μπροστά μου τους θάμνους οι οποίοι σε συνδυασμό με το φως του φεγγαριού να νομίζω ότι ήταν άνθρωποι ντυμένοι με στολή παραλλαγής! Πραγματικά δε χρειάζεται κάποιος να παίρνει παραισθησιογόνες ουσίες, έρχεται τρέχει στο ROUT και τα βλέπει όλα!!! Η νύστα ήταν τόσο μεγάλη που αν και είχα συναίσθηση της κατάστασης σε κάποιες φάσεις έπιανα τον εαυτό μου να βγαίνει από το μονοπάτι και να πηγαίνω δεξιά ή αριστερά, για να καταπολεμήσω την υπνηλία καθόμουν σε πέτρες έκλεινα τα μάτια και μετρούσα από μέσα μου μέχρι το 30 για να μη με πάρει τελείως ο ύπνος αλλά δε μου έκανε τίποτα.
Κάτι άλλο που δοκίμασα ήταν guarana σε φιαλίδια μιας χρήσης, το πρώτο με κράτησε μόνο 5’-10’ το δεύτερο το πήρα μετά από 1 ώρα και κάτι και με κράτησε περίπου μια ώρα, μάλλον έπρεπε να πάρω περισσότερη δόση, αλλά το φοβήθηκα μιας και περιείχε και λίγο αλκοόλ. Αυτό που έσωσε την κατάσταση ήταν η ύστατη λύση, να βάλω μουσική από το ipod shuffle, το οποίο γέμισα με μουσική ειδικά για τον αγώνα. Το αναφέρω σαν ύστατη λύση γιατί γενικά αποφεύγω να ακούω μουσική σε αγώνες, ειδικά σε τέτοιους μεγάλους και αυτό λόγω της ομορφιάς του τοπίου και των ήχων που σου προσφέρει η φύση θεωρώ ότι δε χρειάζεται να ακούς μουσική, το άλλο είναι ότι σε τέτοιους μεγάλους αγώνες μπορεί να συμβεί οτιδήποτε, κάποιος να χρειαστεί βοήθεια και να κάνει κάποιο σήμα, φωνή-σφύριγμα και αν έχεις μουσική να μην τον ακούσεις. Για μένα πάντως ήταν η πρώτη φορά που το έκανα αυτό σε αγώνα, οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό!
Κάποτε και με πολύ κόπο φτάνω στον τελευταίο σταθμό του αγώνα, στην Πρασινάδα και στο 137 χλμ., αφού έφαγα ήπια λίγη κόκα κόλα και άλλαξα μπαταρίες στο φακό φεύγω ξανά για να αντιμετωπίσω το τελευταίο σκέλος του αγώνα και τις θανατηφόρες ανηφόρες που ακολουθούν. Δυστυχώς σχεδίαζα να πάρω μπατόν μαζί μου αλλά ξέχασα να τα βάλω στο dropbag και έτσι αποφάσισα να ξεκινήσω χωρίς μπατόν κάτι που το μετάνιωσα στις ανηφόρες του Θεολόγου στις οποίες πέρσι με είχαν βοηθήσει πολύ τα μπατόν. Βασικά πέρσι μόνο εκεί τα είχα χρησιμοποιήσει και τα κουβαλούσα σε όλο τον αγώνα μαζί μου. Σιγά σιγά άρχισε να χαράζει και ευτυχώς μου έφυγε τελείως η υπνηλία. Μπαίνω στις ανηφόρες και το ένα πόδι μπροστά από το άλλο φτάνω σιγά σιγά στο CP του Λειβαδίτη που είναι το τελευταίο της διαδρομής και μπαίνω στο χωματόδρομο για τα 7 τελευταία χλμ του αγώνα και τον τερματισμό.

Πέρσι αυτά τα χλμ με την Ranelle τα είχαμε κάνει όλα τρέχοντας, φέτος μάλλον ήταν αδύνατον να το πετύχω ξανά αυτό. Προσπάθησα να κρατήσω ένα ρυθμό περίπου 8’ το χλμ κάτι που το κατάφερα σχεδόν αφού έκανα όλο τον χωματόδρομο σε 57’. Λίγο πριν τον τερματισμό και αφού μετρούσα αντίστροφα τα χλμ βλέπω το Χρήστο τον Κατσάνο με τις κουδούνες να έρχεται σαν λυτρωτής να με οδηγήσει στον τερματισμό. Ακόμα ένα ROUT φτάνει στο τέλος του, πλησιάζω στην αψίδα του τερματισμού όπου με υποδέχεται ο Λάζαρος με την καθιερωμένη αγκαλιά και φυσικά το μετάλλιο. Χάρηκα που στον τερματισμό ήταν και ο Νίκος Σιδερίδης ο οποίος με περίμενε αν και δεν πήγε τόσο καλά ο δικός του αγώνας. Τελικό σκορ 29:11, 49’ γρηγορότερα από πέρσι, ευχαριστημένος είμαι αλλά όχι ικανοποιημένος καθώς θεωρούσα ότι μπορούσα λίγο καλύτερα. Ίσως θα πρέπει να δουλέψω κάποια σημεία προσεχτικότερα και να προσέξω το κομμάτι της νύστας. Δεν πειράζει η διαδρομή θα είναι εκεί και θα μας περιμένει κάθε χρόνο για να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας, του χρόνου καλά να είμαστε και θα βρεθούμε πάλι εκεί.
Μετά τον τερματισμό μασαζάκι από τα κορίτσια, τη Δήμητρα και τη Θένια που είναι κάθε χρόνο στη διάθεση μας και τις ευχαριστούμε πολύ, κουτσομπολιό με τους συναθλητές και αναμονή για τους γνωστούς και φίλους που είναι ακόμα εκεί έξω και παλεύουν με τον εαυτό τους. Εντύπωση μου έκανε ο χρόνος του Πετρόπουλου που έδειξε ακόμα μια φορά πόσο μεγάλος αθλητής είναι και που έκανε τη δική του στρατηγική, σπάζοντας το προηγούμενο ρεκόρ του και κατεβάζοντας τις 24 ώρες. Βλέπουμε ότι σε τέτοιους αγώνες δε χρειάζεται να πηγαίνεις γρήγορα από την αρχή, έχεις πολύ χρόνο μπροστά σου και πρέπει να κρατήσεις δυνάμεις για όλη τη διάρκεια του αγώνα.
Πολλά ευχαριστώ θα ήθελα να δώσω σε όλους τους εθελοντές που είναι κάθε χρόνο εκεί για να μας στηρίξουν μέσα στο κρύο και τη νύχτα και να ξέρουν ότι εκτιμούμε βαθύτατα αυτό που κάνουν για μας.
Κλείνοντας να πω ότι το ROUT είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση για τον καθένα και πως όποιος μπαίνει σε τέτοιο αγώνα πρέπει να μπαίνει κατασταλαγμένος και έχοντας μια ιδέα του τι θα αντιμετωπίσει, εκεί που θα τα βρεις σκούρα πρέπει να συνεχίσεις και θα τερματίσεις, μόνο έτσι επιτυγχάνονται αυτά, γιατί όλοι μας περνάμε από διάφορα στάδια σε τόσες πολλές ώρες και ο πρώτος αλλά και ο τελευταίος. “From darkness to light”, όπως λέει και το slogan του αγώνα...
- Αναδημοσίευση από το προσωπικό blog του Βασίλη Περικλέους, τον οποίον και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
- Photo copyright: Ορίζοντας, Giannopoulos Theodoros