
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Τα 100 μίλια είναι μεγάλη απόσταση. Μέσα στην νύχτα, κοιτάζω ψηλά τον ουρανό. Ο αέρας είναι δροσερός και το δάσος άλλοτε ψιθυρίζει, άλλοτε αναστενάζει. Γύρω μου βήματα και ανάσες. Το φεγγάρι έχει βγει, γεμάτο και δυνατό, κάνει τους κορμούς να χρυσίζουν. Στο νου μου είναι χαραγμένη η τελετή εκκίνησης. Μου φαίνεται πως τώρα μόλις αρχίζω να αντιλαμβάνομαι την σημασία της. Ένας-ένας οι δρομείς μπαίνουν στο «μαντρί» και «μαρκάρονται». Μου θυμίζουν πρόβατα σε σφαγή. Μπαίνω κι εγώ. Και ξεκινούν τα τύμπανα. Στην αρχή πιο αργά, σταθερά, σαν να οδηγούν πομπή. Κι ύστερα σταδιακά, όσο πλησιάζει η ώρα εκκίνησης, όλο και πιο ξέφρενα, όλο και πιο γρήγορα, με βακχική μανία, με διονυσιακό μαίνος. Ο ρυθμός μας αναστατώνει, μας ξεσηκώνει, μας δίνει θάρρος. Θάρρος να αντιμετωπίσουμε τη νύχτα, να παλέψουμε με τους προσωπικούς μας δαίμονες και να προσπαθήσουμε να επιβληθούμε των ορίων μας. Κι ο Διόνυσος, θεός της μεταμόρφωσης και της ανατροπής των ορίων, μας δίνει τον ρυθμό με τις τυμπανοκρουσίες του. Τα 100 μίλια είναι μια «διαβατήρια τελετή», και η γραμμή της εκκίνησης αποτελεί το «κατώφλι». Όποιος αποφασίζει να σταθεί σε αυτό το κατώφλι και να το διαβεί, θα φτάσει στην απέναντι πλευρά διαφορετικός…

Μέσα στη νύχτα ακούω το Μέγα Ρέμα ορμητικό. Δεν το βλέπω, αλλά ξέρω ότι είναι εκεί. Πάντα θα είναι εκεί, ασταμάτητα να ρέει προς την θάλασσα. Εδώ και ώρες το ανεβαίνω, και σιγά-σιγά χαράζει. Ο ήλιος κλέβει την νύστα μου και τα βαριά μου βλέφαρα ανοίγουν και πάλι διάπλατα. Ο κόσμος μεγεθύνεται και βλέπω πως υπάρχει ζωή και έξω από την λωρίδα φωτός του φακού μου. Το δάσος φορά τα χρώματά του, πράσινο, καφετί, πορτοκαλί, κόκκινο. Επιταχύνω το βήμα μου, όχι επειδή βιάζομαι, αλλά επειδή μου αρέσει να κινούμαι. Δεν με ενδιαφέρει ο τερματισμός, ούτε ο ρυθμός μου. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι προχωρώ, βλέπω γύρω μου, μυρίζω τα λουλούδια. Πεινάω συνεχώς και τρώω πολύ σε κάθε σταθμό: σούπες, πατάτες, μπανάνες, σταφίδες. Άλλοτε τρέχω, άλλοτε περπατώ. Κι όσο περνά η μέρα και πλησιάζω προς το Φρακτό, η κούραση αρχίζει να συσσωρεύεται. Οι ανάσες βαραίνουν. Οι ανηφόρες γίνονται ανελέητες. Κάθε σταθμός αρχίζει να φαντάζει όαση. Αρχίζω να «κολλάω» με άλλους δρομείς, που γίνονται, για λίγα ή για περισσότερα χιλιόμετρα, συνοδοιπόροι μου: Ο Γιάννης, ο Χρήστος, ο Πάνος, ο Γιώργος, ο Μανώλης, ο Φίλιππος… Υποφέρουμε μαζί και ο ένας δίνει κουράγιο στον άλλο.

Η ενέργειά μας ανεβοκατεβαίνει διαρκώς. Σε κάποια στιγμή βρίσκομαι να περπατάω με τον Χρήστο σε ένα κομμάτι κατηφορικού χωματόδρομου. Προσπαθούμε να τρέξουμε, αλλά κάθε φορά κάνουμε μερικά βήματα και σταματάμε. Επινοώ ένα τέχνασμα. Του λέω: «Ας προσπαθήσουμε να τρέξουμε ένα συνεχόμενο χιλιόμετρο και μετά, αν θέλουμε, περπατάμε πάλι». Ξεκινάμε να τρέχουμε, και αυτή την φορά δεν σταματάμε. Μετράω φωναχτά την απόσταση: «100 μέτρα! 200 μέτρα! 300 μέτρα!» Κάτι μας σπρώχνει να συνεχίσουμε, να μην αποτύχουμε σε αυτή την μικρή πρόκληση. Ολοκληρώνουμε ένα χιλιόμετρο και νιώθουμε σαν να έχουν επιστρέψει όλες οι δυνάμεις μας, σαν να έχουμε ξαναθυμηθεί πώς τρέχει κάποιος. Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε, και καταλήγουμε να τρέχουμε 5 χιλιόμετρα χωρίς παύση μέσα σε περίπου 30 λεπτά, κάτι που μου φαινόταν αδιανόητο στην κατάσταση που βρισκόμουν πριν λίγη ώρα.
Μετά το Φρακτό μπαίνουμε στην δεύτερη νύχτα. Οι πρώτες ώρες περνούν χωρίς απρόοπτα. Το σώμα μου νιώθει πάλι φρέσκο και τα χιλιόμετρα ξετυλίγονται γρήγορα. Από εδώ και πέρα τρέχω μαζί με τον Φίλιππο, τον Γιώργο και τον Μανώλη, με τους οποίους θα μείνω μέχρι το τέλος. Νιώθω πως, σαν ομάδα, ο ένας τραβάει τον άλλο στα δύσκολα. Όσο η νύχτα περνάει, η αϋπνία αρχίζει να με επηρεάζει. Πλέον κινούμαστε στην σιωπή, ο καθένας βουλιάζει στον δικό του πόνο. Τα μάτια μου πονάνε πολύ και αδυνατώ να τα κρατήσω ανοιχτά. Κάθε τόσο τα κλείνω και προχωρώ με κλειστά μάτια, ακολουθώντας τους ήχους των βημάτων των μπροστινών μου. Φοβάμαι όμως μην αποκοιμηθώ όρθιος και πέσω ή σκοντάψω κάπου.

Προφταίνω τον Μανώλη και του ζητώ να μου πει μια ιστορία, κάτι, οτιδήποτε για να απασχοληθεί λίγο το μυαλό μου και να μην αποκοιμηθεί. Μου μιλάει για μια πτυχή της θεωρίας της Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Για τα σωματίδια χωρίς μάζα, όπως τα φωτόνια, μου λέει, δεν υπάρχει η διάσταση του χρόνου. Επειδή αυτά κινούνται με την μέγιστη δυνατή ταχύτητα του σύμπαντος, το εσωτερικό τους ρολόι είναι μαρμαρωμένο στο μηδέν. Η στιγμή της γέννησης ενός φωτονίου σε έναν μακρινό γαλαξία και η στιγμή που αυτό πεθαίνει αγγίζοντας το μάτι μας, είναι ακριβώς η ίδια στιγμή. Τα φωτόνια δεν βιώνουν χρόνο, για αυτά δεν υπάρχει ταξίδι ούτε διάρκεια, παρά μόνο ένα και μοναδικό νοητό σημείο ύπαρξης. Πρόκειται για μια ιδέα κατακλυσμική, αλλά και κάπως παρήγορη, αφού εκείνη την στιγμή νιώθω πως ούτε για μένα υπάρχει χρόνος, παρά μια ενιαία, συνεχόμενη και παρατεταμένη στιγμή, στην οποία έχουν συμπυκνωθεί οι τελευταίες 30 ώρες: Η εκκίνηση με τα τύμπανα, το Μέγα Ρέμα, η ανατολή, η Πυραμίδα, το Φρακτό, η δεύτερη νύχτα, όλα αυτά ζουν ανακατεμένα στο κεφάλι μου. Μέσα στη νύχτα δεν υπάρχει παρελθόν ούτε μέλλον, παρά μόνο μια ακαριαία, παρατεταμένη αστραπή ύπαρξης, όπου η αρχή και το τέλος αγγίζονται.
Η ιστορία του Μανώλη με ξυπνάει για λίγο, αλλά σύντομα η νύστα μου επανέρχεται. Η ματιά μου θολώνει και προσπαθώ να συγκεντρώσω το βλέμμα μου στο μονοπάτι. Το χώμα είναι σκεπασμένο με ένα παχύ στρώμα φύλλων οξιάς. Καθώς τα παρατηρώ, μέσα από την θολούρα αρχίζουν και μεταμορφώνονται σε διάφορα αλλόκοτα πλάσματα. Μέσα στα φύλλα βλέπω χαρακτήρες από καρτούν, ανθρώπινες μορφές να ουρλιάζουν, διάφορα ζώα κάθε είδους, τοπία, εργαλεία, πύργους και παλάτια. Όσο περισσότερο τα παρατηρώ και όσο προχωρώ, τόσο πιο περίπλοκες μορφές εμφανίζονται. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και οι παραισθήσεις επιμένουν. Οπότε απλά συνεχίζω να τις κοιτάζω, σαν ένα παιχνίδι παρατήρησης για να κρατήσω τον εαυτό μου ξύπνιο. Χρειάζομαι επειγόντως ύπνο, και αποφασίζω πως στον επόμενο σταθμό θα προσπαθήσω να κοιμηθώ. Πράγματι, φτάνουμε στον κεντρικό σταθμό της Ζαρκαδιάς και, αφού φάω και ετοιμάσω το σακίδιό μου, ξαπλώνω στο ράντσο και αποκοιμιέμαι…

Με ξυπνάει ένας εθελοντής του σταθμού. «Σήκω, φεύγει το λεωφορείο!» μου λέει. Εννοεί την παρέα μου, τον Μανώλη, τον Γιώργο και τον Φίλιππο. Είμαστε σαν λεωφορείο, κινούμαστε όλοι μαζί και μένουμε μαζί μέχρι το τέλος. Ξεκινάμε για το τελευταίο σκέλος του αγώνα, τα τελευταία 35 χιλιόμετρα, και νιώθω ότι έχω συνέλθει. Δεν βλέπω πια παραισθήσεις ούτε κουτουλάω. Στην ανηφόρα κινούμαστε σταθερά και στην κατηφόρα τρέχουμε. Ξημερώνει και πάλι και ο τερματισμός πια φαίνεται κοντά. Όμως σύντομα αρχίζω να νιώθω έναν οξύ πόνο στο κουντεπιέ και των δύο ποδιών. Διαπιστώνω ότι έχουν πρηστεί. Σύντομα αρχίζω να κουτσαίνω και οι κατηφόρες είναι εφιαλτικές. Και οι άλλοι όμως δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Ο Φίλιππος έχει επίσης πόνους στο πόδι, ενώ ο Μανώλης υποφέρει από φουσκάλες, και κάθε τόσο πρέπει να σταματάει για να τις σκάσει. Εμένα με ανησυχεί το πρήξιμο, γιατί φοβάμαι μήπως προκληθεί κάποιος σοβαρός τραυματισμός. Μιλάω με τον γιατρό στον επόμενο σταθμό, ο οποίος με εξετάζει και με προτρέπει να συνεχίσω. Το πρήξιμο οφείλεται στην υπερκόπωση, μου εξηγεί, και δεν υπάρχει φόβος μόνιμου τραυματισμού. Σφίγγω τα δόντια και συνεχίζω, με κάθε βήμα πλέον να είναι βασανιστικό.
Τα τελευταία χιλιόμετρα κυλούν απελπιστικά αργά. Πλέον ο χρόνος πράγματι φαίνεται να έχει επιμηκυνθεί τόσο τρομακτικά, που έχει σταματήσει. Ο ρυθμός μας πέφτει. Ο ένας δίνει δύναμη στον άλλο και τρέχουμε μικρά κομμάτια, όσο μπορούμε. Έχουν περάσει πια 39 ώρες από την εκκίνηση. Ο αριθμός αυτός φαίνεται άδειος, κενός νοήματος. Νιώθω πως ξεκίνησα μόλις, και ταυτόχρονα πως έχει περάσει μια εβδομάδα. Κοιτάζω πλέον κάθε τόσο το ρολόι μου, για να δω πόσα χιλιόμετρα απομένουν. 5 χιλιόμετρα ακόμη. 4 χιλιόμετρα. 3… Κάθε χιλιόμετρο φαντάζει ατέλειωτο. Μέχρι που επιτέλους φτάνουμε στο χωριό, στην τελική ευθεία. Η γραμμή του τερματισμού στα 400 μέτρα. Ξεκινάμε να τρέχουμε. Πιανόμαστε χέρι-χέρι και περνάμε μαζί την γραμμή τερματισμού. Έρχεται η λύτρωση. Το ρολόι γράφει: 162 χιλιόμετρα.

Τρεις μέρες έχουν περάσει από την στιγμή που τερμάτισα το VFUT, τον πρώτο μου αγώνα 100 μιλίων. Οι εικόνες, τα πρόσωπα και οι ψίθυροι της διαδρομής εξακολουθούν να αντηχούν ζωντανά μέσα μου. Λένε πως ένας τέτοιος αγώνας σε αλλάζει. Δεν συμφωνώ απολύτως με αυτή την διατύπωση. Με την ολοκλήρωση ενός αγώνα 100 μιλίων δεν συντελείται μια μαγική, μεταφυσική μεταμόρφωση, αλλά κάτι απολύτως ανθρώπινο: μια αποκαλυπτική ανακάλυψη των ορίων που ήδη υπήρχαν μέσα σου, βαθιά κρυμμένα. Δεν είναι ο αγώνας αυτό που σε κάνει πιο δυνατό, αλλά αποτελεί το «πεδίο» που σου επιτρέπει να «ξεθάψεις» από τα πιο βαθιά κομμάτια του εαυτού σου τις δυνάμεις που δεν γνώριζες πως διέθετες. Αυτό που αλλάζει μετά τον αγώνα είναι ότι πλέον αντιλαμβάνεσαι ότι τα όρια που έθετες στον εαυτό σου ήταν πολύ πιο χαμηλά από τις πραγματικές σου δυνατότητες. Ότι ο πόνος είναι απλώς παροδικός, κι ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι, η χαραυγή μπορεί να είναι μόνο στιγμές μακριά. Ότι μπορείς να στηρίζεσαι στον διπλανό σου και να ζητάς μια χείρα βοηθείας χωρίς συστολή, γιατί η συντροφικότητα δεν σε μικραίνει, σε δυναμώνει. Κι ότι αξίζει να κυνηγάς τα όνειρα και τους στόχους σου, επειδή μόνο έτσι μπορείς να τα επιτύχεις.
Δημήτριος Γκιόκεζας