
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Την φοβόμουν πολύ την φετινή μου συμμετοχή στον ROUT. Και είναι αλήθεια πως αν ο γιατρός και ο Σοφοκλής δεν ανέβαιναν, δεν ξέρω αν θα πέρναγα πάλι από αυτή την μαγική γραμμή της εκκίνησης. Μετά τον περσινό μου τερματισμό προσπαθούσα πολλές φορές να φέρω στο μυαλό μου την διαδρομή και να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχα κάνει, τι είχα βιώσει. Δεν τα κατάφερνα. Ενδόμυχα μετά την περσινή μου εμπειρία ένιωθα ένα δέος και έναν φόβο για τα 164 αυτά χιλιόμετρα που μπορεί να σε απογειώσουν αλλά και να σε ταπεινώσουν. Επίσης είναι αλήθεια πως φέτος είχα κάνει πολλά. Για μένα. Ήδη με Olympus Mythical Trail και τρεις βδομάδες μετά με Ζαγόρι πίστευα ότι προκαλούσα την τύχη μου με μια συμμετοχή σε 100 miler. Με την σκέψη όμως ότι θα έκανα την προετοιμασία αλλά και τον αγώνα με τους τρεις πολύ καλούς φίλους και συνοδοιπόρους όλες οι αμφιβολίες έφυγαν μονομιάς...
Η προετοιμασία άρχισε όπως και πέρυσι. Τέλη Αυγούστου, μετά τις διακοπές, με πλάνα, όνειρα, σχέδια προπονήσεων και έναν ... θρασύ στόχο. Να κατέβουμε τις 38 ώρες! Με τον Σοφοκλή όσο και να προσπαθούσαμε βάσει των περσινών μας χρόνων να βρούμε από που θα κόψουμε για να φτάσουμε το 38ωρο πραγματικά δεν μας έβγαινε. Ο γιατρός επέμενε για κάτι 37ωρα και τέτοια και πέφταμε ξεροί κάτω από τα γέλια. Το ότι θα τον είχαμε βέβαια να μας δίνει τον ρυθμό και τις πολύτιμες συμβουλές του ήταν κάπως καθησυχαστικό. Οι προπονήσεις η αλήθεια είναι δεν έβγαιναν τόσο καλά και αβίαστα όπως πέρυσι και ανησυχούσα. Μετά βίας σε μία εβδομάδα φτάσαμε τα 100 χιλιόμετρα και αυτά την εβδομάδα του "Ηρακλή" στην Οίτη που πήγαμε για μαλλί...και βγήκαμε κουρεμένοι. Βλέπετε ο Πρατίλας είχε κέφια και ενώ πηγαίναμε να κάνουμε χαλαρά ένα 6,5ωρο, μας βγήκε ένα ζόρικο 8,5ώρο με 44χλμ και 3000 μέτρα υψομετρική! Την επόμενη εβδομάδα στην ολονύκτια που είχαμε οργανώσει ήμασταν να μας κλαίνε οι ρέγγες. Λιώμα. Η έλλειψη ύπνου προσωπικά με είχε τσακίσει. Σηκωνόμουν καθημερινά στις 4:00 το πρωί για να βγουν τα 20άρια. Η ανησυχία για τον αγώνα μεγάλωνε ακόμα περισσότερο. Που πάω; Ήθελα και 38 ώρες! Πως τα φέρνει όμως η ζωή καμιά φορά... Η Οίτη τελικά μπορεί να έκανε και καλό...
Θυμάμαι πέρυσι τις τελευταίες δύο εβδομάδες που η προετοιμασία είναι πια στο ψυχολογικό κομμάτι είχα μάθει απέξω το προφίλ, τις υψομετρικές, την περιγραφή του Λάζαρου που είχα κόπια σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού και τα πιθανά μας περάσματα. Φέτος τίποτα! Τα είχα εναποθέσει όλα στον Σοφοκλή και στον γιατρό που είχαν υπολογίσει και το τελευταίο λεπτό. Είχε πέσει και αρκετή δουλειά και ένα απρόσμενο ξενύχτι μέχρι τις 3 τα ξημερώματα την τελευταία Κυριακή πριν τον αγώνα και πραγματικά δεν μου έδινα καμία τύχη. "Πάμε να περάσουμε καλά και ότι γίνει".
Οι προβλέψεις για τον καιρό ήταν κάτι παραπάνω από καλές και η διάθεση όλων στα σύννεφα. Με τον Χαρίτο, 4ο της παρέας ξεκινήσαμε την Πέμπτη το πρωί για να ανέβουμε στο Δασικό χωριό. Βέβαια η κουβέντα είχε επικεντρωθεί στην πιθανή επίδοσή μας και στα ενδιάμεσα πιθανά περάσματα. Την κουβέντα διέκοψε ένα τηλέφωνο από τον Χρήστο τον "Κανίβαλλο" για ευχές που μας συγκίνησε και μας έφτιαξε την διάθεση. Χρηστάρα μας λείπεις... Νωρίς απογευματάκι ήμασταν στην Χαϊντού. Όταν κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο ξαφνικά με έπιασε άγχος! Πραγματικά δεν είχα προλάβει φέτος καλά καλά να σκεφτώ για τον αγώνα. Τώρα όμως ήμουν εκεί. Δεν υπήρχε διέξοδος. Θα το κάνεις μεγάλε, μην κάνεις πίσω τώρα. Διάφοροι καλοί φίλοι ήρθαν να μας υποδεχτούν, το Δασικό Χωριό γέμιζε σιγά σιγά. Πήγαμε από την γραμματεία όπου ο καλός οικοδεσπότης Χρήστος μας έδωσε τα νούμερα και ένα πάλι πολύ ωραίο και προσωπικό δώρο του αγώνα. Ένα μπλουζάκι με το bib τυπωμένο και ένα κολάν με το λογότυπο της διοργάνωσης. Πήγαμε στο κουκλίστικο σπιτάκι που ήταν φέτος και ψιλομακρυά, χωμένο στο δάσος. Πλάκα μας κάνουν. Θυμάμαι πέρυσι δεν μπορούσα καλά καλά να περπατήσω και το σπιτάκι που είχαμε ήταν και δίπλα. Φέτος σκέφτομαι αν τερματίσω θα κάνω και αποκατάσταση μεχρι να φτάσω στο σπιτάκι...
Στην τεχνική ενημέρωση δεν μάθαμε κάτι παραπάνω εκτός του ότι από νερά θα ήμασταν Οκ αφού μια ανησυχία την είχαμε λόγω της εκτεταμένης ανομβρίας. Πολύς κόσμος μαζεμένος, πολλοί και καλοί φίλοι που μπορεί να τους βλέπεις 1-2 φορές τον χρόνο, είσαι όμως τόσο κοντά τους… Αποχωρήσαμε μετά ήσυχα για τα σπιτάκια μας, για τις τελευταίες ετοιμασίες και την απαραίτητη χαλάρωση. Εκεί, αφού κουβεντιάζαμε ήσυχα για το τι τελικά θα πάρουμε μαζί μας και τι θα φοράμε, αφού ο καιρός προμηνυόταν ζεστός άνω του αναμενομένου, με ρώτησε ο Καζούρης: «Με το χέρι στην καρδιά, πόσο πιστεύεις ότι θα κάνεις αύριο;». Κατευθείαν απάντησα «Αν με αξιώσει ο Θεός να τερματίσω, θα είμαι ευχαριστημένος κάπου ανάμεσα στις 39 και 40 ώρες». Κυριολεκτούσα. Κάπου εκεί ήσυχα σβήσαμε τα φώτα και πέσαμε για ύπνο.
Εκεί, 68 διαφορετικοί άνθρωποι ενωμένοι σε έναν σκοπό, χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, αλαλάζοντα πλήθη και μπάντες. Εσωτερική διαδικασία, μυσταγωγία…
Ύπνος που δεν ήταν και ο καλύτερος αφού θυμάμαι από τις 2:30 να στριφογυρνάω και τελικά μαζί με τον γιατρό να σηκωνόμαστε 3:45. Ε λοιπόν, από εκείνη την ώρα μέχρι και την ώρα που φύγαμε από το σπιτάκι ο γιατρός όλο και κάτι έφτιαχνε, όλο και κάτι ετοίμαζε. Είχε απλώσει σε όλο το κρεβάτι πράγματα και πραγματάκια, και βγήκα από το δωμάτιο γιατί θα με έπιανε ψυχοπλάκωμα και άγχος με αυτά που έβλεπα! Με τον Τρουπή, που τον είχαμε φιλοξενούμενο στο σπιτάκι, είχαμε πέσει χάμω από τα γέλια. Φέτος ήμουν πιο έτοιμος, θυμάμαι πέρυσι που την είχα πατήσει και είχα ξεκινήσει χωρίς να πιω καφέ. Φέτος έφτιαξα δύο αφού μέχρι τις 5:00 δεν είχα ετοιμάσει τίποτα και ο Καζούρης ήταν πάνοπλος! Ε μετά, αποφάσισα ότι πρέπει να ντυθώ και εγώ σιγά σιγά και στο τέλος κλασικά με έπιασε βιασύνη και άγχος. Αφού έγιναν και οι τελευταίες επιθεωρήσεις στο σακίδιο και στον εξοπλισμό, 10 λεπτά πριν την έναρξη βγήκαμε έξω. Πολύ όμορφη βραδιά, μαγική. Η πρωινή δροσιά επέβαλε απλά ένα ελαφρύ αντιανεμικό, τέλεια δηλαδή.
Όλοι οι φίλοι στην εκκίνηση ετοιμοπόλεμοι, αποφασισμένοι. Δέος ένιωσα μπροστά στην μαγική στιγμή της εκκίνησης μέσα στο απόλυτο σκοτάδι εκείνου του πρωινού. Δέος ένιωσα όμως και μπροστά στην απλότητα της στιγμής. Κάθαρση. Οι σκοτούρες και οι έγνοιες της μακρινής πραγματικότητας εξαφανισμένες. Όλες οι σκέψεις στην εμπειρία που θα ζήσουμε, στις εικόνες που θα μείνουν χαραγμένες στην μνήμη μας, θα διαμορφώσουν το ποιοι τελικά είμαστε και πόσο θέλουμε να φτάσουμε τον εαυτό μας στο κάτι παραπάνω, στο λίγο μεγαλύτερο. Εκεί, 68 διαφορετικοί άνθρωποι ενωμένοι σε έναν σκοπό, χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, αλαλάζοντα πλήθη και μπάντες. Εσωτερική διαδικασία, μυσταγωγία…
Δασικό Χωριό – Πρασινάδα 23Κ
Βυθισμένος στις σκέψεις μου, ούτε που κατάλαβα πότε ξεκίνησε ο αγώνας. Ξεκινήσαμε όλοι στο βαθύ σκοτάδι, ο καθένας το δικό του ταξίδι. Οι αναποδιές άρχισαν νωρίς. Το χρονόμετρο ηρνείτο να συνεργαστεί αφού όποτε το έκανα reset ξεκινούσε αντίστροφη μέτρηση από τα 5 λεπτά! Άλλη μια δοκιμή και το ξανάκανε! «Δεν πειράζει, θα πάω με την ώρα αρκεί να μην μου μείνει στο χέρι» σκέφτηκα! Μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, βγήκαν και τα αντιανεμικά αφού κατεβαίναμε σιγά σιγά και υψόμετρο και ζεσταινόμασταν με το ελαφρύ τροχαδάκι στον χωματόδρομο. Χωματόδρομο που τελικά είναι πολύ ύπουλος με τα νεροφαγώματά του και με τιμώρησε για την χαλαρότητά μου με ένα επιπόλαιο γύρισμα το 3ο ακριβώς χιλιόμετρο! Μετά από 500 μέτρα μου ξαναγύρισε! «Σύνελθε Τάκη, ούτε στον Λειβαδίτη δεν θα φτάσεις!». Σοβαρεύτηκα και αυτοσυγκεντρώθηκα στον δρόμο και τελικά δεν την ξαναπάτησα. Φτάσαμε στο 1ο Σημείο Ελέγχου στην αρχή του μονοπατιού για τον Λειβαδίτη σε 0.49 και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε προσεκτικά γιατί παραμονεύουν ρίζες και κλαδιά που στο φως του φακού παίζουν παιχνίδια περίεργα με τον ανυποψίαστο αθλητή! Στις ανηφορίτσες προς Θεολόγο διαμαρτυρήθηκα στον Καζούρη «Μήπως πάμε γρήγορα?», «Γιατί;» με ρωτάει, «γιατί λαχάνιασα» του απαντάω «ε, ανηφόρα είναι!» μου λέει, κοινώς σκάσε και κολύμπα, τι θες, 38 ώρες και περπάτημα στην παραλία; Έτσι και έκανα λοιπόν, κολύμπησα! Φτάσαμε στην Τάλια και στα τσιμεντένια περάσματα του
ρυακιού που φέτος ήταν σχεδόν ξερά μέσα στους στόχους μας για το 38ωρο, σε 2.13. Ο Σοφοκλής είχε κάνει καλή δουλειά, έπεφτε μέσα στις προβλέψεις σε κάθε σταθμό, με μία απόκλιση το πολύ 5 λεπτών στον καθένα. Είχαμε κάνει ένα καλό γκρουπάκι οι τρεις μας μαζί συν τον Παύλο τον Διακουμάκο και την Γεωργία την Μητσίου που πήγαμε έτσι για αρκετή ώρα. Λίγο πριν την Πρασινάδα, Παύλος και Γεωργία ξεμάκρυναν και εμείς μείναμε πιστοί στα τεφτέρια μας. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς για ταρζανιές. Στο σημείο πριν την Πρασινάδα που πέρυσι είχαμε χάσει την έξοδο από τον χωματόδρομο φέτος δεν την πατήσαμε, αλλά για γούρι έτρεξα 10 μέτρα προς τα κάτω! Σε όλα αυτό το διάστημα όμως πάλι δεν ήμουν πολύ καλά. Ατονία. Δεν αισθανόμουν δυνατός. Η ίδια αίσθηση όπως και πέρυσι, στο ίδιο ακριβώς σημείο. Παρότι φέτος είχα χτυπήσει και δύο καφέδες πριν την εκκίνηση. Δεν μου πάει σκέφτηκα το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και έκανα υπομονή μέχρι την Πρασινάδα στην οποία φτάσαμε πάλι εντός στόχων σε 3.55. 4.05 έγραφαν τα τεφτέρια μας για τις 38 ώρες, 10 λεπτά στην καβάντζα. Καλά ήμασταν από χρόνο αλλά όχι όμως αβίαστα, τουλάχιστον από μέρους μου. Δεν ήμουν άνετα.
Πρασινάδα 23Κ – Ζαρκαδιά 41Κ
Συνεχίσαμε στο ίδιο τέμπο την ανηφόρα από την Πρασινάδα για Σίλλη και εγώ συνέχιζα να μην είμαι καλά. Πήρα την απόφαση να πάρω το placebo μου, ένα τζελάκι GU espresso που είχα πάρει και πέρυσι στο ίδιο ακριβώς σημείο και με ανέστησε. Έτσι και έκανε και φέτος. Μέχρι την Σίλλη πήγαμε με την Cornelia, την φίλη από την Ρουμανία που είχαμε γνωρίσει από τον Olympus Marathon, σωστό τρελοκομείο! Φτάσαμε στην γούρνα με την ωραία βρυσούλα γιατί η ζέστη είχε ήδη αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της σε 4.52, 5 λεπτά εντός στόχων. Οριακά, και η γερή ζέστη δεν είχε αρχίσει ακόμα. Σκεφτόμουν και την γαϊδουρανηφόρα για το Καϊκούλι μετά την Ζαρκαδιά… Άσε ρε φίλε που θες και 38ωρο, φχαριστήσου το τώρα… Συνεχίσαμε το μόνο ίσως άχαρο κομμάτι όλου του αγώνα, το ανέβασμα από Σίλλη για Οξιά, με την Cornelia να μένει λίγο πίσω. Πάλι ήμασταν μόνοι μας. Περιμέναμε να βρούμε το επόμενο σημείο ελέγχου (Μπούκοβο) το οποίο δεν βλέπαμε πουθενά. Είχαν περάσει 10 λεπτά από τον πιθανό χρόνο μας και ήμασταν σίγουροι ότι το Μπούκοβο καταργήθηκε μέχρι που σε μια στροφή μας καλωσόρισαν οι εθελοντές του σημείου. 11 λεπτά εκτός ήμασταν αν και ήμουν σίγουρος ότι πέρυσι ο σταθμός ήταν τουλάχιστον 1 χιλιόμετρο πιο νωρίς στημένος. Ή πάλι το μυαλό μου έπαιζε παιχνίδια και δεν είχε ξεκινήσει καλά καλά ο αγώνας. Ας είναι. Στην κατηφόρα για την Ζαρκαδιά μπήκε μπροστά ο Σοφοκλής που είχε κέφια και την κατεβήκαμε πιο γρήγορα ίσως από ότι έπρεπε με κίνδυνο οι τετρακέφαλοι να την «ακούσουν». Φτάσαμε Ζαρκαδιά και στο 1ο drop bag. Πολύς κόσμος εκεί, ο Χρήστος ο Κατσάνος να τρέχει να μας εξυπηρετήσει, λίγο φαγητό με πολύ αλάτι, αλλαγή κάλτσας, gewhol, taping στα επίμαχα σημεία του ποδιού και μια κίνηση που θα αποδεικνυόταν κλειδί. Αλλαγή παπουτσιών. Έβαλα τα αγαπημένα μου North Face και άφησα τα Salomon που πέρυσι είχα βγάλει όλον τον αγώνα. Φύγαμε από εκεί σε 6.55 (η καταγραφή γινόταν στο φεύγα) και τα τεφτέρια μας έλεγαν 6.54. Μισή ώρα μόλις διαφορά από τον περσινό μας χρόνο. Πολύ οριακά και όχι ξεκούραστα. Κοιταχτήκαμε με νόημα με τον Σοφοκλή… Τι 38ωρο…
Ζαρκαδιά 41Κ – Κρούσοβο 69Κ
Ξεκινήσαμε την επίπονη ανηφόρα για Καϊκούλι μέσα στην ζέστη αλλά καλά ενυδατωμένοι και όχι υπερβολικά φαγωμένοι. Στην αρχή μετάνιωσα που άλλαξα παπούτσια αφού άλλαξε όλο το πάτημα και ένιωθα άβολα. Γρήγορα όμως ευτυχώς το πόδι συνήθισε. Ανεβήκαμε με καλό ρυθμό μέχρι την κορυφή της όπου υπάρχει ένας λυτρωτικός χωματόδρομος, λίγο κατηφορικός στην αρχή, βασανιστικά ανηφορικός μετά. Μέχρι και τον επόμενο σταθμό (Καϊκούλι 52,5Κ) ήταν ίσως τα πιο περίεργα χιλιόμετρα που είχα κάνει. Πρώτη φορά είχα τόσα σκαμπανεβάσματα στην απόδοση και στην διάθεση. Ανά μισάωρο! Την μία πετούσα και οδηγούσα την τριάδα δυνατά, την άλλη ζοριζόμουν να τους ακολουθήσω. Εδώ φάνηκε και η δύναμη της παρέας αφού ο ένας τράβαγε τον άλλον όταν ήταν στα κάτω του. Στο Καϊκούλι πάλι φτάσαμε οριακά σε 9.32 ενώ ο Σόφο έδινε 9.33. Συνεπείς στα ραντεβού μας, πάλι όμως όχι άνετα. Με οριακά αποθέματα νερού αρχίσαμε την κατεβασιά για Φαρασινό. Οφείλω να ομολογήσω ότι είχα ένα κενό μνήμης (από τα πολλά στην περυσινή διαδρομή) σε αυτό το σημείο. Μας πως είναι δυνατόν να ξεχάσεις αυτό το μέρος. Εδώ θυμήθηκα γιατί ήρθα στον αγώνα. Είναι ένα μονοπάτι που πρέπει όλοι να περάσετε από εκεί. Παράδεισος. Μαγικό μονοπάτι και πολύ ωραία κατεβασιά δίπλα στο δροσερό ρυάκι που μας ξεδίψασε. Πραγματικά, το κομμάτι Καϊκούλι-Κρούσοβο είναι και το πιο ωραίο της διαδρομής, τουλάχιστον από όσα είδα μέρα! Φτάσαμε στο Φαρασινό αφού περάσαμε άπειρα ρυάκια, το ένα μετά το άλλο με το νερό σαν Σειρήνα να μας καλεί να κάτσουμε εκεί να βγάλουμε τα παπούτσια μας και να ξαποστάσουμε. Ο χρόνος πάλι οριακός 10.14 (τεφτέρια 10.16) και εγώ να είμαι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Κάπου εκεί ο γιατρός έκανε την μαγική κίνηση και έβγαλε ένα σάντουιτς με κεμπάπ που είχε πάρει από την Ζαρκαδιά όπου με τον Σοφοκλή του την πέσαμε και δεν του αφήσαμε έλεος! Βοήθησε αρκετά! Μπήκαμε στο μαγευτικό Κρουσοβίτικο και στις ύπουλες ανηφορίτσες του που σαν δεύτερος Ενιπέας θέλει να μην σου αφήσει περιθώρια για αισιόδοξες σκέψεις. Απίστευτα όμορφη διαδρομή, θα ήθελα να το κάνω ανάποδα μια φορά. Ίσως οι καλοί μας διοργανωτές κάνουν κάτι για αυτό … Παρόλα αυτά το χαρήκαμε γιατί προλάβαμε και είδαμε όλο το μονοπάτι μέχρι το Κρούσοβο με φως, ενώ πέρυσι είχαμε αναγκαστεί να ανάψουμε φακούς. Ο Καζούρης ήθελε να αλλάξει όλα τα ρούχα στον σταθμό, έτσι πάτησε το τούρμπο και απομακρύνθηκε. Οριακά βάλαμε φακό για να βλέπουμε στο μονοπάτι, το απόκοσμο φως του δειλινού όμως μας άφηνε να απολαύσουμε την μαγεία των τελευταίων 3 χιλιομέτρων πριν τον σταθμό που εκμηδενίζονται και οι κλίσεις και μπορείς να τρέξεις.
Φτάσαμε στον σταθμό σε 13.30, λίγο πιο αργά από ότι έλεγαν τα τεφτέρια μας (13.27). Το πήρα απόφαση να σταματήσω να κοιτάω τον χρόνο αφού δεν είχε νόημα. Άντε με το καλό να τερματίσουμε και ας είναι και 40 ώρες, πήραν και τα μυαλά μου αέρα και θέλω και χρόνο… Παρόλα αυτά είχαμε κερδίσει άλλη μισή ώρα από τον περσινό μας χρόνο εδώ. Κάτι ήταν και αυτό. Το έγραψα και πέρυσι, θα το γράψω και φέτος. Αυτοί εκεί στο Κρούσοβο μας κάνουν πλάκα. Θέλουν να εγκαταλείψουμε. Που να τρέχουμε τώρα μέσα στην νύχτα; Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η περιποίηση, αυτό το φαγητό. Φάγαμε σαν βόδια, ειδικά τον Σοφοκλή τον σταμάτησα με τον ζόρι. Φοβερή σούπα, φοβερό κριθαράκι με κρέας. Το τσίπουρο έλειπε για να λυθεί η εξίσωση! Ο Παυλάρας ο Διακουμάκος μόλις είχε φύγει έμαθα, «μπράβο Παυλάρα μια χαρά τα πας, πρόσεξε μόνο σε φάει ο ενθουσιασμός» σκέφτηκα, η Γεωργία η Μητσίου ήταν έτοιμη να φύγει και λίγο πριν φύγουμε έσκασε μύτη και ο αεικίνητος Στύλλας. Η είδηση βέβαια που με στενοχώρησε έπεσε σαν βόμβα. Ο Τρουπής εγκατέλειψε! Και όχι μόνο, πολλοί φίλοι εγκατέλειψαν για διάφορους λόγους εκεί. Άτιμο Κρούσοβο…
Κρούσοβο 69Κ – Γιουμουρλού 92Κ
Ανεφοδιασμός από το drop bag, αλλαγή καλτσών και μπλούζας και ξεκινήσαμε την απότομη ανηφόρα για την Ζαγκραντένια δυνατά με αποτελέσμα σε πολύ λίγο να αρχίσει να μου ρίχνει σουβλιές η σπλήνα μου. Το είχα παρακάνει με το φαγητό και δεν θυμόμουν καθόλου αυτή την ανηφόρα πόσο απότομη ήταν. Από όσο μπορούσα πάντως να καταλάβω η ομορφιά του μονοπατιού ήταν εφάμιλλη του Φαρασινού, κρίμα που δεν μπορούσα το διαπιστώσω με τα μάτια μου. Αφού τελείωσε η μαρτυρική ανηφόρα φτάσαμε στον κυρίως οδικό άξονα της Ζαγκραντένιας και ήταν η πρώτη στιγμή που σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό. Τα πανύψηλα δέντρα ήταν σαν ένα κλειστό παράθυρο που μου έκλεινε την θέα στον παράδεισο. Ένα παράθυρο που σε λίγα χιλιόμετρα θα άνοιγε για να αφήσει να δω αυτό που θα άλλαζε όλη μου την ψυχολογία και θα μου έδινε δύναμη αργότερα. Προσγείωση στην πραγματικότητα. Στο σημείο ελέγχου της Ζαγκραντένιας οι εθελοντές είχαν ανάψει μια τεράστια φωτιά για να βγάλουν την νύχτα, φωτιά που σε τραβούσε κοντά της, σε σαγήνευε. Φτάσαμε εκεί σε 14.46, 8 λεπτά εκτός στόχων βλέπω τώρα, εκείνη την ώρα όμως είχα σταματήσει να ασχολούμαι με ρολόγια. Δεν είχε νόημα πια. Δεν είχε φτάσει καλά καλά 9 το βράδυ και εγώ είχα αρχίσει να κουτουλάω από την νύστα. Δεν πάμε καλά… Χωρίς δεύτερη σκέψη ρούφηξα μια αμπούλα γκουαράνας (με επίσημο προμηθευτή και χορηγό τον Σόφο) μπας και με συνεφέρει. Placebo ή όχι κάτι φαίνεται να έκανε αφού τουλάχιστον σταμάτησα να κουτουλάω μετά από κάνα μισάωρο. Λίγο πριν βγούμε στις ανοικτωσιές της Πυραμίδας το μονοπάτι γινόταν απότομο και ζόρικο, μέσα από λάσπες και άσχημο τερέν. Ευτυχώς μικρό κομμάτι αυτό. Φτάσαμε στο πιο ψηλό σημείο της διαδρομής του αγώνα. Ήρθα να ζήσω αυτές τις στιγμές. Την νύχτα, την συντροφικότητα, την ομορφιά του δάσους και της απόλυτης απομόνωσης. Αυτές οι στιγμές δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουμε φίλοι μου.Το παράθυρο άνοιξε. Είδα αυτό που είχα δει και πέρυσι. Φέτος όμως μου φάνηκε πολύ πιο όμορφο. Ο αγώνας όλος πέρασε από μπροστά μου. ΑΥΤΟΣ είναι ο λόγος που είμαι εδώ. Ήρθα να ζήσω αυτές τις στιγμές. Την νύχτα, την συντροφικότητα, την ομορφιά του δάσους και της απόλυτης απομόνωσης. Αυτές οι στιγμές δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουμε φίλοι μου. Καλοί οι χρόνοι, τα ρεκόρ και οι νίκες. Αν είναι να έρθουν, ας έρθουν. Καλοδεχούμενα. Αυτοί οι αγώνες όμως έχουν άλλο σκοπό. Ή μάλλον έχουν το σκοπό που τους δίνουμε εμείς με την συμμετοχή μας. Το βίωμα εμπειριών που λείπουν από την απλή αστική ζωή μας όπου αρχέγονα ένστικτα ξυπνούν και μας καλούν να ΖΗΣΟΥΜΕ. Φτάσαμε στην Πυραμίδα-148, όπου σηματοδοτεί και την μέση ακριβώς της διαδρομής, τον μισό γάιδαρο δηλαδή, γιατί η ουρά του είχε ακόμα πολλά χιλιόμετρα για να φανεί. Ο χρόνος πληροφορήθηκα από τον Σοφοκλή 18 λεπτά πιο αργός από τα τεφτέρια μας, 16.55. Δεν με ένοιαξε. Συνεχίσαμε τον κατήφορο για Γιουμουρλού αφού προσέξαμε ένα ύπουλο σημείο όπου πολύς κόσμος χάθηκε με έναν καλό ρυθμό που έδωσε ο Σοφοκλής και τα πόδια να είναι περιέργως σε καλή κατάσταση. Αφού περάσαμε και ένα κομμάτι που είναι κατεβασιά ενός ρυακιού, κακοτράχαλο και επικίνδυνο για διαστρέμματα, βγήκαμε στον πολύ καλό χωματόδρομο για Γιουμουρλού τρέχοντας καλά. Φτάσαμε εκεί κερδίζοντας κάποια λεπτά χρόνου σε 18.50, με τα τεφτέρια μας να λένε 18.56 για τις 38 ώρες. Λες;
Γιουμουρλού 92Κ – Ζαρκαδιά 123Κ
Στην Γιουμουρλού βρήκαμε τον Παύλο αλλά όχι και την Γεωργία που σίγουρα είχε φύγει πριν από εμάς και σίγουρα δεν την περάσαμε στην διαδρομή μέχρι εδώ. Άρα κάπου είχε χαθεί, και υποψιαστήκαμε που, λίγο μετά το Κρούσοβο είχε ένα γεφυράκι όπου η σηματοδότηση του VFUT σε έστελνε αλλού. Παραλίγο να την πατήσουμε και εμείς εκεί. Λίγο μετά ήρθε και ο Στύλλας ο οποίος μάθαμε αργότερα εγκατέλειψε λόγω πόνων στο πόδι. Φάγαμε γρήγορα και δεν καθήσαμε πολύ μιας και εκεί δεν υπήρχε drop bag να μας περιμένει. Ξεκινήσαμε γρήγορα στον κατηφορικό χωματόδρομο, τα πόδια τράβαγαν, το ίδιο και το υπόλοιπο σώμα. Ο Σοφοκλής μπροστά, εγώ με τον Παύλο λίγο πιο πίσω και λίγο πιο πίσω ο Καζούρης. Όταν τελείωσε ο κατήφορος, ο δρόμος έπαιρνε μια γλυκιά και ύπουλη ανηφορική κλίση. Ο Σόφο συνέχισε σε έναν δαιμονιώδη ρυθμό με τον Παύλο να τον ακολουθεί. Εγώ έκοψα λίγο και περίμενα τον γιατρό, δεν ήθελα να πιέσω τόσο. Σε όλο αυτό το διάστημα και ενώ τον περίμενα είχα κλείσει τον φακό και άφησα τα μάτια να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Ούτε μπρος, ούτε πίσω φακοί. Μόνο εγώ και τα αστέρια. Τα λόγια είναι φτωχά να περιγράψουν την εικόνα. Η δύναμη που πήρα άλλαξε την ροή του αγώνα μου. Φοβερή νύχτα, ας κρατήσει έτσι Θεέ μου! Μετά από λίγο είδα έναν φακό να έρχεται ξοπίσω μου. Περπάτημα με τρομερό ρυθμό, το αναγνώρισα με απόλυτη σιγουριά. Ο Καζούρης είχε βάλει το τούρμπο και ερχόταν. Δεν μπορείς να φτάσεις αυτόν τον άνθρωπο αν αρχίσει να περπατάει γρήγορα! Με το που έφτασε, τσαντισμένα μου λέει
«Καλά, τι πάτε να κάνετε, πάτε για την πρωτιά?». Συμφώνησα ότι παρασύρθηκα από την μαγεία της στιγμής και από την ευφορία που είχε πλημμυρίσει και συνεχίσαμε μαζί. Βέβαια μετά έτρεχα για να προλάβω το περπάτημά του. Λίγο πιο κάτω, στο κιόσκι, μας περίμεναν ο Σοφοκλής με τον Παύλο όπου πήγαμε έτσι μέχρι και το Αλήκιοϊ (Κ-102). Φεύγοντας από εκεί και αφού είδαμε ότι είχαμε πλησιάσει και περάσει αρκετά παιδιά, άκουσα τον Σοφοκλή να λέει στον γιατρό ότι περάσαμε από εκεί σε 20.37, 40 λεπτά κάτω από τους υπολογισμούς για το 38ωρο και μόλις 20 λεπτά παραπάνω από το 35.10 που είχε κάνει ο γιατρός πέρυσι. Ναι, καλά. Ο τρελογιατρός στο τελευταίο 42άρι είχε κατέβει τις 10 ώρες, δεν γίνονται αυτά… Μάλλον πατήσαμε λίγο τα γκάζια μετά την Γιουμουρλού. Δεν ήξερα αν έπρεπε να ανησυχώ ή όχι! Μόλις μπήκαμε στο Μέγα Ρέμα το οποίο φέτος παρεμπιπτόντως μου φάνηκε σε αρκετά σημεία πιο κακοτράχαλο από ότι πέρυσι, περάσαμε τον Μάριο Δούλη ο οποίος φαινόταν να έχει κάποιο θέμα στο πόδι. Ευχές για καλή συνέχεια και δώσ’ του και ανοίγαμε. Πραγματικά σε αυτό το κομμάτι δεν ξέρω τι έπαθα. Ήμουν πραγματικά σε έκσταση. 110 χιλιόμετρα και 20 τόσες ώρες μετά και ήταν λες και ξεκίναγα τώρα. Με τον Σοφοκλή ο οποίος ήταν αυτός που έδινε μπροστά τον τρελό ρυθμό τρέχαμε και στις ανηφόρες, δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε! Ήμουν σε μια απίστευτη ψυχική και σωματική ευφορία. Δεν θυμάμαι να έχω ξανανιώσει έτσι σε αγώνα… Είπα από μέσα μου «τρέχα τώρα και φχαριστήσου το». Πραγματικά δεν με ένοιαζε για μετά. Δείγμα ανωριμότητας? Άγνοια κινδύνου? Μάλλον και τα δύο μαζί. Πέρναγα καλά εκείνη την ώρα και δεν έδινα δεκάρα τσακιστή για το αν θα το πλήρωνα μετά. Περάσαμε Γκερλέ, Κοζανίτη και δύο άλλα παιδιά και συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Ο γιατρός φρόντισε να με προσγειώσει «Τάκη σταμάτα τώρα γιατί μετά δεν θα μπορείτε να πάρετε τα πόδια σας» επί λέξει οι κουβέντες που μου είπε. Συνετίστηκα και έκοψα, ο Σοφοκλής όμως δεν μπορούσε να σταματήσει και έτσι τον αφήσαμε να φύγει. Πάει είπε μέχρι την Ζαρκαδιά και εκεί θα έβλεπε πως ήταν και μπορεί να μας περιμένει. Αφού «φάγαμε» υπομονετικά τις δύο καλές κόντρα ανηφόρες πριν το Τσατάκι, φτάσαμε στο σημείο ελέγχου (Κ-117) σε 23.31, 1 ώρα και 20 λεπτά πιο γρήγορα από τους υπολογισμούς μας. Σίγουρα είχαμε πάει γρήγορα! Θυμάμαι πέρυσι είχα απολαύσει την Λίμνη στο ξημέρωμα, φέτος απόλυτο σκοτάδι! Δεν μπορείς να τα έχεις όλα δικά σου όμως! Μέχρι Ζαρκαδιά πήγαμε σε νορμάλ ρυθμούς, ο γιατρός δεν ήταν και πολύ καλά, είχε πολλή ώρα να φάει γιατί το στομάχι του δεν τον βοηθούσε. Φτάσαμε ακριβώς στο χάραμα, λίγο μετά έφτασαν ο Παύλος με Γκερλέ και Κοζανίτη. Απαραίτητες οι αλλαγές σε κάλτσες, μπλούζα κοντομάνικη και περιποίηση στα πόδια γιατί οι φουσκάλες παραμόνευαν.
Ζαρκαδιά 123Κ – Πρασινάδα 137Κ
Φύγαμε από εκεί σε 25.17, 1 ώρα και 20 λεπτά κάτω από τις προβλέψεις για το 38ωρο. Αν συνεχίζαμε με αυτούς τους ρυθμούς μπορεί να κατεβαίναμε και το 37ωρο! Έδιωξα γρήγορα τις σκέψεις αυτές μιας και μπροστά μας ήταν η μεγάλη και πιο δύσκολη ανηφόρα του αγώνα, η ανηφόρα της Οξιάς, ανηφόρα που στο τέλος της κρίνεται ο αγώνας όλος. Φέτος είχαμε ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με πέρυσι. Πέρυσι είχαμε ξεκινήσει την ανηφόρα με ντάλα ήλιο και ζέστη, κάτι που ήταν καθοριστικό για την συνέχεια. Φέτος, στην πρωινή δροσιά τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Μπήκα μπροστά και με τον γιατρό ανεβήκαμε δυνατά, φαινόταν όμως ότι δεν ήταν καλά. Πολλές φορές κοντοστεκόμουν να τον περιμένω, είχε φανερό ενεργειακό πρόβλημα αφού με το ζόρι έτρωγε. Σε όλη την διάρκεια της ανηφόρας με παρότρυνε να φύγω μπροστά. Δεν μου έκανε καρδιά όμως. Λίγο πριν τελειώσει η ανηφόρα, οι κλίσεις εξομαλύνονταν, μου λέει «ξαμολήσου να πιάσεις τον Σόφο, είσαι πολύ καλά είναι κρίμα κάτσεις πίσω, μόνο που θα με αγχώνεις να πιέζομαι για να ακολουθήσω». Έτσι λοιπόν πήρα την απόφαση να ανοίξω, ήμουν σίγουρος ότι παρακάτω θα μας έφτανε. «Πάω να προλάβω τον Σόφο» του λέω και άρχισα να ξεμακραίνω. Φτάνοντας στο σημείο ελέγχου της Οξιάς σε 27.09, που αυτή την φορά ήταν στο σωστό σημείο, διαπίστωσα με μεγάλη μου έκπληξη ότι είχα κερδίσει άλλα 15 σχεδόν λεπτά, κατεβάζοντας συνολικά τον χρόνο από τις προβλέψεις για το 38ωρο 1:34! Αδύνατον! Αδύνατον μου φαινόταν και το γεγονός ότι ήμουν πολύ καλά, ακόμα και μετά το τέλος της ανηφόρας. Συνέχισα έτσι για Σίλλη όπου έτρεχα σαν τρελός ανάμεσα στις πέτρες του κατηφορικού μονοπατιού. Λίγο η ζέστη άρχισε να γίνεται αισθητή, κάτω στην ποτίστρα θα έβαζα καπέλο, αντηλιακό και θα έπαιρνα και αλάτι. Άλλη μια ζεστή μέρα ξεκινούσε. Έφτασα στο σημείο ελέγχου σε 27.52, άλλα 10 λεπτά κερδισμένα! Αν συνέχιζα έτσι θα κατέβαινα και το 36:30! Τι είχα πάθει? Ρώτησα κάτω τα παιδιά την ώρα που έβαζα νεράκι και έτρωγα 2-3 αλμυρά σνακ πριν από πόση ώρα πέρασε το 32 (το νούμερο του Σοφοκλή) και με μεγάλη έκπληξη μου λέει η κοπέλα «Πέρασε πριν από 3 λεπτά!» , «Νάτος εκεί πάνω!» Σηκώνω το κεφάλι και πράγματι βλέπω τον Σοφοκλή να έχει ανέβει τα καγκέλια που σε ανεβάζουν λίγο πάνω από την Σίλλη, λίγο πριν το μονοπάτι αρχίσει να κατηφορίζει για Πρασινάδα! Έπαθα πλάκα! «Σόφοοοο» του φωνάζω, «περίμενε στην Πρασινάδα!» με ακούει και αυτός και απαντάει ότι πράγματι θα με περιμένει. Μαζεύομαι γρήγορα γρήγορα και πάνω στον ενθουσιασμό μου έχασα το μονοπάτι μπροστά στα μάτια των έκπληκτων εθελοντών που μου φώναζαν «αριστερά, αριστεράαααα». Μπορεί να έψαχνα και κάνα 5λεπτο σαν βούρλο! Αφού λοιπόν τελικά πήρα το αριστερό, ψιλοάχαρο και ηλιόλουστο μονοπάτι συνέχισα έτσι για Πρασινάδα φτάνοντας σε 28.47, άλλα 15 λεπτά κερδισμένα, σύνολο πάνω από 2 ώρες κάτω από τους υπολογισμούς για το 38ωρο… Όταν έφτασα ο Σοφοκλής ήδη την είχε πέσει στα μακαρόνια, κάτι που έκανα και εγώ βεβαίως βεβαίως μαζί με δύο ποτήρια σωτήριας κοκα-κόλας. Όσο δεν πίνω καθημερινά αυτό το «φάρμακο» τόσο ήπια μαζεμένη φέτος σε αγώνες!!!! Καθυστέρησε μου είπε στο κομμάτι από Οξιά μέχρι Σίλλη, έκανε μια απότομη βουτιά, αλλά μετά την Σίλλη συνήλθε και το πήγε καλά μέχρι εδώ. Ο Σοφοκλής δεν είχε συνειδητοποιήσει τον ρυθμό μας, έτσι τον βοήθησα να καταλάβει ότι αν συνεχίσουμε με αυτόν τον ρυθμό (για πόσο ακόμα;;;;) μπορεί και να κατεβαίναμε τις 36 ώρες!!!
Πρασινάδα 137Κ – Δασικό Χωριό
Η ζέστη είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Ξεκινήσαμε τον κατήφορο για τον Μύλο, όπου σε κάποιο σημείο στο μονοπάτι προστέθηκε και η πολύ καλή παρέα του φίλου Θανάση Νάτση. Έτσι θα συνεχίζαμε μέχρι το τέλος. Τρέξαμε όλο το κομμάτι μέχρι το σημείο ελέγχου με καλό ρυθμό παρά την ζέστη. Περάσαμε και το σημείο με τις λάσπες που φέτος περνιόταν εύκολα και φτάσαμε στους εθελοντές σε 29.44. Δεν ήταν δυνατόν! Σε κάθε σταθμό κερδίζαμε από 10-15 λεπτά! Και συνεχίζαμε να είμαστε δυνατοί! Παρόλα αυτά στο μικρό κατηφορικό ασφάλτινο κομμάτι που βγαίνει στο γεφυράκι της Αγ.Βαρβάρας τα πόδια άρχισαν να διαμαρτύρονται, πόδια που σχεδόν δεν με είχαν απασχολήσει καθόλου είναι η αλήθεια μέχρι εδώ.
Θυμήθηκα πως είχα γυρίσει το πόδι στο 3ο κιόλας χιλιόμετρο, σε κάθε άλλη περίπτωση θα πέρναγε απλώς την επόμενη μέρα, τώρα εδώ όμως είχε κάνει ένα καλό πρήξιμο… Προσεκτικά λοιπόν στις κατηφόρες, τις οποίες τις τρέχαμε μεν, συγκρατημένα όμως δε. Στην Τάλια οι πολύ καλοί εθελοντές εκεί μας υποδέχτηκαν με τυμπανοκρουσίες αλαλάζοντας! Τρελοκομεία σκέτα αν και με το ζόρι να μας κρατήσουν εκεί, να φάμε και να πιούμε! Όχι, εμείς θέλαμε Θεολόγο, ΕΔΩ και ΤΩΡΑ! Φύγαμε από σε 31.06, 2,5 ώρες κάτω. Συνεχίζαμε να κερδίζουμε συνεχώς έδαφος. Ανεπανάληπτη αίσθηση, δεν ξέρω που είχαμε βρει τόση δύναμη, μετά από τόσες ώρες αγώνα. Πραγματικά θυμάμαι πέρυσι με φόβο να πηγαίνω προς τον Θεολόγο και να τον ανεβαίνω ημι-κοιμώμενος! Φέτος θα έπαιρνα την εκδίκησή μου! Όσες φορές και να έχεις κάνει το κομμάτι αυτό, ή στο πήγαινε ή στο έλα, πάντα αυτή η άτιμη η ανηφόρα θα φαίνεται και πιο μακρινή. Αυτό το (μαγευτικό κατά τα άλλα) γεφυράκι που σηματοδοτεί και την αρχή της γαϊδουροανηφόρας, πρέπει να το «είδα» σε βράχια και πέτρες 2-3 φορές μέχρι να φτάσουμε. Το μυαλό άρχισε να παίζει παιχνίδια. Μέχρι τώρα καλά την είχαμε βγάλει. Τώρα σε θέλω μάστορα. Φτάσαμε στο πολυπόθητο γεφυράκι, σταθήκαμε να πάρουμε μια ανάσα και φύγαμε για την ουρά του γαϊδάρου! Μπήκα μπροστά μετά από την σύμφωνη γνώμη των δύο φίλων και έδωσα ρυθμό. Μπατόν, χέρια, πόδια σε αρμονία, το μυαλό σε πλήρη αυτοσυγκέντρωση, η ανάσα προσοχή να μην βαρύνει πολύ. Ησυχία. Οι κουβέντες ελάχιστες. Θυμάμαι πέρυσι τα κομμάτια που με αγωνία κρατιόμουν να μην με πάρει πίσω η κλίση από την νύστα, τώρα να τα περνάμε δυνατά. Ψυχική ανάταση. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Η τριάδα σε πολύ καλή κατάσταση. Όλο και έπαιρνα θάρρος. Μπράβο ρε παλικάρια! Θεολόγε φέτος σε έχουμε! Αλαζονεία. Προς το τέλος της ανηφόρας, κατάλαβα ότι από τον ενθουσιασμό μου αμέλησα την διατροφή μου. Πείνα! Το στομάχι που γουργούριζε πρέπει να ακούστηκε μέχρι πάνω στο όμορφο κιόσκι που έφτιαξαν φέτος οι εθελοντές του αγώνα. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Η ανηφόρα του Θεολόγου τελειώνει περνώντας από ένα μικρό «τούνελ» από δέντρα, που στο τέλος του βλέπεις την λύτρωση! Καμιά 10αριά εθελοντές να μας υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων! Ο φίλος Κώστας θυμόταν την παραγγελιά που είχα κάνει και την έπεσα στα πατατάκια! Να σαι καλά! Ο Σοφοκλής μέχρι και φωτογραφίες τράβαγε! Φτάσαμε σε 32.54, πραγματικά εκτός πραγματικότητας! Σε γενικές γραμμές ήμουν καλά, φάνηκε όμως ότι ο Θεολόγος την έκανε την δουλειά του, δεν του ξεφεύγεις με τίποτα! Συνεχίσαμε για Λειβαδίτη, στο πανέμορφο μονοπάτι που φέτος μου φάνηκε μικρότερο καθότι το περάσαμε μέρα! Τα τελευταία ζιγκ-ζιγκ για πάνω ούτε που τα κατάλαβα. Αυτή την φορά είχε περάσει ο Σοφοκλής με τον Θανάση μπροστά. Φτάσαμε πάνω σε 33.39, ακόμα και τώρα κερδίσαμε και άλλο. Μπράβο ρε παίδες! Κοιταχτήκαμε οι τρεις μας, κοιτάξαμε τα ρολόγια και πάθαμε πλάκα. «Πάμε να κατέβουμε τις 35 ώρες?». Ομόφωνα σύμφωνη η απόφαση, αρχίσαμε να τρέχουμε στην κατηφόρα και μετά που παίρνει ανηφορική κλίση να περπατάμε δυνατά. Μεταξύ σοβαρού και αστείου του λέω του Σοφοκλή «θα μας φάει ο γιατρός αν σπάσουμε το 35.10 που είχε κάνει πέρυσι!!!! Μήπως να χαλαρώσουμε?». Δεν χαλαρώσαμε όμως και πήγαμε έτσι για 3 περίπου χιλιόμετρα. Αυτές οι άτιμες οι πινακίδες που ξεκινούν από το 7 και μας δείχνουν ανά χιλιόμετρο πόσο έχει μείνει επιμένουν να μας περιπαίζουν. Δεν γίνεται. Πρέπει να ήταν γύρω στο 4 όταν κάνω μια προσπάθεια να ανεβάσω λίγο ρυθμό. Πράγματι μπήκα μπροστά για λίγο. Μετά από μερικά λεπτά ξαφνικά…τέλος! Μουλάρι! Το εργαλείο δεν έχει άλλο να δώσει. «Μέχρι εδώ ήταν παιδιά, τους λέω, συγγνώμη…». Τουλάχιστον να τερματίσω και να μην πέσω χάμω, για μερικά λεπτά δεν έχει σημασία. Άσε που και ο γιατρός δεν θα φωνάζει! Έτσι κόψαμε ρυθμό, έφαγα κάτι και ήπια και σιγά σιγά συνήλθα. Μετά από λίγο σε μια στροφή του δρόμου, εμφανίζονται ο Τρουπής με τον Χαρίτο, που δυστυχώς είχε εγκαταλείψει στην Γιουμουρλού, μέσα στην καλή χαρά! «Άντε ρε ρεμάλια, τρεχάτε!» είχε και όρεξη ο Δημήτρης! Αγκαλιές, φιλιά, συχαρίκια. «Έχουν πάθει όλοι πλάκα, όλο το Χωριό μιλάει για σας» μας είπε ο Τρούπαρος. Ξέκοψα λίγο από την παρέα. Ήταν η πρώτη φορά που ξέσπασα. Συγκίνηση. Θεέ μου τι κάναμε? Πάμε δυνατά τώρα. Λίγο μετά ακούμε ντουντούκα. Ο Κατσάνος! Ναι ρε, μάγκες. Αυτός ο τερματισμός είναι δικός μας. Δικός μας και του τρελογιατρού Καζούρη που τον είχα στο μυαλό μου συνέχεια. Μακάρι να ήταν εδώ τώρα να πάμε μαζί αυτά τα τελευταία μέτρα. Αυτά τα τελευταία μέτρα του ανήκουν εξίσου, αυτός μας έφερε μέχρι εδώ. Γιατρέ αυτό που κάνουμε σήμερα στο αφιερώνω, είναι ΚΑΙ δικό σου… Στα τελευταία 500 μέτρα μας λέει ο Τρουπής αν θέλουμε να σπάσουμε το 5.10 του γιατρού πρέπει να τρέξουμε. Φτερά στα πόδια! Να κάνουμε τον γιατρό περήφανο. Ο Τρουπής λαγός να δίνει τον ρυθμό και να τρέχουμε σαν τρελοί, τουλάχιστον έτσι αισθανόμουν. Οι κουδούνες του παραδείσου άρχισαν να ακούγονται, τελευταία στροφή, φαίνονται τα
κάγκελα του χωριού, τρέχουμε, τρέχουμε, ο Τρουπής μένει λίγο πίσω, αυτή η στιγμή είναι δική μας. Μπαίνουμε από την πορτούλα, περνάμε το μαγικό αυτό κατώφλι. Οι τρεις μας περνάμε την αψίδα και πέφτουμε στις αγκαλιές όλων όσων ήταν εκεί να μας περιμένουν αλλά και νοερά στις αγκαλιές των δικών μας ανθρώπων που ήταν μακριά και μας σκέφτονταν. Πόσο παραπάνω ευτυχισμένο μπορούν να σε κάνουν δύο κούτσουρα με ένα πανό κρεμασμένο πάνω τους? Τόσο, μέχρι να έρθει η ώρα να το ξαναπεράσεις είναι η απάντηση. Απάντηση που δεν θα την πάρεις αν δεν περάσεις από την διαδικασία της μύησης, του ταξιδιού, της αναζήτησης της προσωπικής σου Ιθάκης… Όταν επανήλθα στην πραγματικότητα μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή. «Τι κάνατε, καταλάβατε τι κάνατε?» μας λέει λίγο μετά ο Κατσάνος. Είδα το ρολόι να γράφει 35.08. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως έγινε αυτό…
Γρήγορα στο σπιτάκι για μπάνιο γιατί έμαθα ότι Παύλος και Καζούρης πρέπει να είναι μαζί, έρχονται! Έτσι και έκανα και στηθήκαμε στον τερματισμό να περιμένουμε. Πρώτα εμφανίστηκε από την στροφή ο Παύλος. Ψυχάρα. Ξεσπά σε λυγμούς στην αγκαλιά του Λάζαρου. Τι αγώνας και αυτός Θεέ μου! Παύλο εσύ είσαι φτιαγμένος για τέτοιους αγώνες. Η δύναμη της καρδιάς και της ψυχής σου μας δίνουν έμπνευση και κουράγιο. Μπράβο ρε φίλε… Λίγο μετά φάνηκε ο γιατρός. Ανατρίχιασα. Μεγάλη δύναμη. Όταν τον άφησα φοβόμουν ότι μπορεί και να μην τερμάτιζε. Αυτός όμως βρήκε την δύναμη όχι μόνο να τερματίσει αλλά να το κάνει και σε πολύ καλό χρόνο και ακμαιότατος. Γιατρέ ο αγώνας μου ο φετινός είναι αφιερωμένος σε εσένα. Η παρέα και οι συμβουλές σου στις προπονήσεις θα με συντροφεύουν για μια ζωή. Δώσε το σύνθημα και εμείς θα σε ακολουθήσουμε του χρόνου για 246 χιλιόμετρα… Το έχεις!
Φίλοι μου καλοί σας ευχαριστώ που με τα μηνύματά σας (ξέρετε ποιοι είστε) μου κρατήσατε παρέα και μου δώσατε δύναμη όταν ήμουν στα κάτω μου. Μεγάλη υπόθεση να ξέρεις ότι σε παρακολουθούν και σε σκέφτονται. Φτερά στα πόδια…
Λάζαρε, Χρήστο και Ηλία ήσασταν για άλλη μια φορά καταπληκτικοί οικοδεσπότες. Αυτό που έχετε φτιάξει εκεί πάνω, κρατήστε το και διατηρήστε το σαν θησαυρό. Θησαυρό που μόνο όσοι πραγματικά τον θέλουν μπορούν να τον αποκτήσουν. Τα … καλύτερα έρχονται!
Σοφοκλή, φίλε και συνοδοιπόρε για δεύτερη χρονιά κάναμε τα όνειρά μας πράξη. Χωρίς ίχνος υπερβολής αν δεν ήσουν εσύ, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ζήσω αυτό που έχω ζήσει δύο χρονιές τώρα στο ROUT, και όχι μόνο στο ROUT. Ειδικά φέτος. Σε ευχαριστώ για ακόμη μια φορά, σειρά τώρα … ας το κρατήσουμε μυστικό!
Τέλος, το μεγαλύτερο μερίδιο ευγνωμοσύνης πάει στην οικογένειά μου. Με ανέχτηκαν όταν ξυπνούσα από τα άγρια χαράματα και ερχόμουν μεσημέρι τα Σάββατα, με ανέχτηκαν όταν έπεφτα για ύπνο ξερός από τις 10 το βράδυ για να ξυπνήσω στις 4:00 το πρωί για προπόνηση, με ανέχτηκαν όταν τους άφησα τέσσερις μέρες για να ζήσω άλλη μια φορά το όνειρο. Είστε και εσείς μέρος μου, μέρος αυτού που κάνω…
Φωτό © : go-experience.com Μπάμπης Γκιριζιώτης
Η αγάπη του για το βουνό ξεκινάει πολλά χρόνια πίσω με τις πρώτες αναβάσεις στην αγαπημένη του Πάρνηθα και μετέπειτα με την σχολή Ορειβασίας του ΕΟΣ Αχαρνών. Το 2007 έτρεξε τον πρώτο του αγώνα ορεινού τρεξίματος και από τότε ονειρεύεται "όλο και ψηλότερα, όλο και μακρύτερα". Ελπίζει να το κάνει για πολλά χρόνια ακόμα...
www.advendure.com